Μπρὲκ Ἰωάννης (Πρεσβύτερος)
[...] Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’70, μία κοινότητα Γαλλίδων Ρωμαιοκαθολικῶν μοναχῶν προσκάλεσε τὴν οἰκογένειά μας νὰ ζήσει ἀνάμεσά τους. Ἦταν ἡ περίοδος ποὺ προσερχόμασταν στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ μοναχὲς εἶχαν βαθιὰ διαποτιστεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη λειτουργικὴ καὶ ἀσκητικὴ παράδοση σὲ σημεῖο ποὺ πολλὲς ἀπ’ αὐτὲς ἀνυπομονοῦσαν νὰ γίνουν καὶ ἐκεῖνες Ὀρθόδοξες. Ἡ πιὸ ὄμορφη ἀνάμνηση ἀπὸ τὰ τρία χρόνια ποὺ περάσαμε ἀνάμεσά τους εἶναι ἡ βραδυνῆ Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ. Μισὴ ὥρα πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τῆς Ἀκολουθίας, οἱ ἀδελφὲς καὶ οἱ φιλοξενούμενοί τους ἄρχιζαν νὰ μπαίνουν στὸ παρεκκλήσι. Προσκυνοῦσαν τὶς εἰκόνες, γονάτιζαν στὸ χαλάκι καί, ἀκουμπώντας πίσω στὶς φτέρνες, προσεύχονταν μέσα στὴ βραδυνὴ ἡσυχία. Μετὰ τὴν ἀκολουθία, ὅσοι μποροῦσαν παρέμεναν. Γονάτιζαν καὶ πάλι στὸ σχοινένιο τραχὺ χαλί, βολεύονταν ἀκουμπώντας στὶς φτέρνες, ἔκλιναν τὸ κεφάλι καὶ προσεύχονταν. Ἡ σιωπὴ μέσα στὸν χῶρο ἦταν «χειροπιαστή».