"Όταν ο Χριστός μας 2000 χρόνια πριν έλεγε στους μαθητές και Αποστόλους του να πάνε σ’ όλη τη γη και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας (Ματθ. 28, 19) είναι βέβαιο ότι γνώριζε ήδη πως η ανθρώπινη εφευρετικότητα θα άνοιγε νέους ορίζοντες προκειμένου να καταργήσει τις αποστάσεις, να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και άρα να αυξήσει την διεισδυτικότητα του Θείου Λόγου.
Σήμερα μπροστά στην πραγματικότητα της απίστευτης διάδοσης των νέων τεχνολογιών και κυρίως της προσβασιμότητας στο ίντερνετ από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον πλανήτη είναι προφανές ότι η έννοια του ευαγγελισμού δηλαδή της διάδοσης του Λόγου του Θεού στα μήκη και τα πλάτη της γης αποκτά και νέες διαστάσεις και προοπτικές.
To internet αποτελεί ένα μοναδικό «εργαλείο» για την προσέγγιση ειδικά των νέων ανθρώπων, ένα συγκλονιστικό περιβάλλον στο οποίο οι νέες ιδέες και βέβαια οι πάντα επίκαιρες αξίες του Ευαγγελίου μπορούν να βρουν γόνιμο έδαφος να ανθίσουν".

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Ἡ λαμπάδα τῆς πνευματικῆς ἀγάπης


«Ένας μοναχός του παλαιού καιρού, μεταξύ των μεγάλων αγωνιστών, δέν ήθελε νά μνημονεύσει πατέρας, αδελφούς καί άδελφάς.

Καί ήταν στο μοναστήρι τάξις γιά τούς λειτουργούς νά μνημονεύουν καθημερινά μέ τό γένος των τους μοναχούς.

«Απέθανα γιά τούς συγγενείς», απαντούσε συχνότατα, όταν του ζητούσαν νά μνημονεύη οι άγιοι Λειτουργοί.

«Ας μπορέσω νά φροντίσω γιά μένα καί γιά τούς άλλους δέ προσεύχομαι δέν έβαλα εγώ γιά τούς άλλους μαλλιά στό κεφάλι μου γιά ενέχυρο!

Κατά τήν τάξη της Λαύρας ήλθε καί ο καιρός γιά νά πάη μέ υπακοή ένα καλοκαίρι στό Μετόχι.

Λοιπόν, όταν εβράδιασε σταμάτησε στόν δρόμο στό σπίτι ενός δάσκαλου, πού αγαπούσε τόν Θεό.

Αφού τόν φιλοξένησαν, τόν ανέπαυσαν στό κρεββάτι των κι αυτοί σωριάσθηκαν στήν γωνιά κοντά στήν σόμπα.

Αλλά στά ξένα ο μοναχός μή όντας συνηθισμένος από ντροπή καί από σπουδή όλη τήν νύχτα δέν κοιμήθηκε. «Όπως ήταν τά μεσάνυκτα άγρυπνος ο μοναχός, βλέπει στό πίσω μέρος της σόμπας φλόγα πυρός νά εξέρχεται!

Μετά από μιάμιση περίπου ώρα η πύρινη φλόγα έσβησε, αλλά περνώντας λίγη ώρα δυνατώτερα άναψε.

Του φάνηκε ότι άναψαν οί τρεις στό κηροπήγιο λαμπάδες, πού είχαν φλόγες θαυμαστές καί ύψώνοντο ψηλά.

Τήν φωτοχυσία αυτή μέχρι τά χαράματα έβλεπε καί άπ’ αύτή ο όσιος πάρα πολύ εθαύμαζε.

Τό πρωί έζήτησαν καί οί δύο τους χωριστά νά κάνουν τήν προσευχή κατά τήν συνήθειά των.

Δίκαιο είναι νά σου πω (του είπε ο άνδρας) ότι από μικρός συνήθισα νά σηκώνομαι τά μεσάνυκτα νά κάνω τα πνευματικά μου!

Αλλά πές μου (του είπε ο Αββάς) πώς προσεύχεσαι τότε! Δέν ζητώ, πάτερ, τίποτε παρά μόνο νά λυτρωθώ από τά βάσανα!

Κατόπιν αφού ερώτησε γιά τήν τάξη της τήν γυναίκα, εκείνη του απάντησε: Πάτερ, έχω αυτή τήν συνήθεια:
«Οταν ο σύζυγος αναπαύεται σηκώνομαι ανεπαίσθητα γιά νά κάνω τόν κανόνα χωμένη σέ μιά γωνιά.

Στέκομαι εκεί κουβαριασμένη καί προσεύχομαι καί ‘γώ σιγανά γιά τόν σύζυγο, τόν σύντροφο μου, γιά τό παιδί μας καί γιά μένα.

Ακούοντας αυτά ο μοναχός κατάλαβε στόν νου του ποιές ήταν οι λαμπάδες αύτές πού του εφαίνοντο μυστικά.

Κατάλαβε λοιπόν ο μοναχός ότι αυτό ήταν ουράνιο σημείο πού ο Θεός του φανέρωσε γιά τήν προσευχή της αγάπης.


«Ετσι από ‘κείνη τήν ημέρα μνημόνευε νεκρούς καί ζωντανούς διότι ήθελε κι αυτός νά του ανάψουν της αγάπης οι φωτεινές λαμπάδες.

από το βιβλίο: «Ό Βίος καί τά ποιήματα του Όσίου Ιωάννου του Χοζεβίτου 1913-1960» – 
Μετάφραση Μοναχός Δαμασκηνός, 1984
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...