"Όταν ο Χριστός μας 2000 χρόνια πριν έλεγε στους μαθητές και Αποστόλους του να πάνε σ’ όλη τη γη και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας (Ματθ. 28, 19) είναι βέβαιο ότι γνώριζε ήδη πως η ανθρώπινη εφευρετικότητα θα άνοιγε νέους ορίζοντες προκειμένου να καταργήσει τις αποστάσεις, να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και άρα να αυξήσει την διεισδυτικότητα του Θείου Λόγου.
Σήμερα μπροστά στην πραγματικότητα της απίστευτης διάδοσης των νέων τεχνολογιών και κυρίως της προσβασιμότητας στο ίντερνετ από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον πλανήτη είναι προφανές ότι η έννοια του ευαγγελισμού δηλαδή της διάδοσης του Λόγου του Θεού στα μήκη και τα πλάτη της γης αποκτά και νέες διαστάσεις και προοπτικές.
To internet αποτελεί ένα μοναδικό «εργαλείο» για την προσέγγιση ειδικά των νέων ανθρώπων, ένα συγκλονιστικό περιβάλλον στο οποίο οι νέες ιδέες και βέβαια οι πάντα επίκαιρες αξίες του Ευαγγελίου μπορούν να βρουν γόνιμο έδαφος να ανθίσουν".

ΠΡΟΣΟΧΗ. ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ.

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης-Οι Σχέσεις μας με τον Πλησίον

Το θέ­μα μας σή­με­ρα, «οι σχέ­σεις μας με τον πλη­σί­ον», θα μπο­ρού­σα­με να πού­με ό­τι εί­ναι πρα­κτι­κό, αλ­λά έ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α για την κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή. Ό,τι υ­πάρ­χει στον κό­σμο, εί­ναι μί­α ει­κό­να που α­νε­βά­ζει την σκέ­ψι μας, τον νου μας, την καρ­διά μας στον ου­ρα­νό και μας συν­δέ­ει με τον Θε­όν. Το θέ­μα μας δεν εί­ναι α­πλώς μί­α ει­κό­να, αλ­λά έ­να ο­λό­κλη­ρο ει­κο­νο­στά­σιο, το ο­ποί­ο μας δεί­χνει πώς ζού­σαν οι ά­γιοι και πώς θέ­λουν να ζού­με ε­μείς. Ε­πέ­λε­ξα το θέ­μα αυ­τό, για­τί σή­με­ρα γι­ορ­τά­ζο­με έ­ναν με­γά­λο ά­γιο, τον ά­γιο Ι­ά­κω­βο τον Α­δελ­φό­θε­ο, ο ο­ποί­ος θα μας δώ­ση τις α­φορ­μές και τις πη­γές μιας ζω­ής ό­πως την θέ­λει ο Θε­ός.

Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος, ό­πως ξεύ­ρε­τε, ή­ταν υι­ός του μνή­στο­ρος Ι­ω­σήφ και ε­πο­μέ­νως α­δελ­φός του Χρι­στού. Ή­ταν τό­σο ε­κλε­κτός και τό­σο δί­και­ος και ά­γιος, ώ­στε οι Ι­ου­δαί­οι έ­νοι­ω­θαν μει­ο­νε­ξί­α, έ­νοι­ω­θαν δυ­στυ­χείς, δι­ό­τι δεν εί­χαν άλ­λον α­πό το γέ­νος τους σαν τον Ι­ά­κω­βο. ΄Ε­τσι, ό­ταν μά­λι­στα τους κα­τέ­κρι­νε, ε­πει­δή δεν δέ­χθη­καν τον Χρι­στόν ως τον Μεσ­σί­α τους, α­πό αν­τί­δρα­σι και ζή­λεια τον α­νέ­βα­σαν στο υ­ψη­λό­τε­ρο ση­μεί­ο του να­ού, στο πτε­ρύ­γιο, και τον έρ­ρι­ξαν κά­τω, αλ­λά ε­κεί­νος δεν α­πέ­θα­νε. Τρέ­χουν τό­τε με μο­χθη­ρί­α και τον σκο­τώ­νουν(1).
Για μας έ­χει ση­μα­σί­α ό­χι μό­νον το ό­τι ή­ταν μέ­γας στην πί­στι, στην α­ρε­τή και στα μαρ­τυ­ρι­κά κα­τορ­θώ­μα­τα, αλ­λά και το ό­τι ή­ταν ευ­γε­νέ­στα­τος. Θα λέ­γα­με ό­τι υ­πήρ­ξε υ­πό­δειγ­μα κοι­νω­νι­κής ευ­γε­νεί­ας, δη­λα­δή πώς να συ­να­να­στρε­φώ­με­θα με τους αν­θρώ­πους, πώς να δι­οι­κού­με αν­θρώ­πους και πώς να υ­πο­τασ­σώ­με­θα σε αυ­τούς. Ε­πί­σης, πώς να εί­με­θα α­γα­πη­μέ­νοι, πώς να εί­με­θα μί­α ει­κό­να, μί­α σκη­νή, έ­να σπί­τι, μί­α καρ­διά, μί­α α­γά­πη. Ε­πει­δή ή­ταν τό­σο λε­πτός, τό­σο ευ­γε­νής, τό­σο γλυ­κύς, δεν υ­πήρ­χε ού­τε έ­νας στην Εκ­κλη­σί­α των Ι­ε­ρο­σο­λύ­μων που να μην τον α­γα­πά και να μην τον εμ­πι­στεύ­ε­ται. Ο Θε­ός θέ­λει να εί­με­θα στην κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή τέ­τοι­οι, ώ­στε να μας α­γα­πούν οι άλ­λοι και να μας νοι­ώ­θουν ευ­χά­ρι­στους. Να μπο­ρούν να ε­πι­κοι­νω­νούν μα­ζί μας, να πουν την χα­ρά τους, την λύ­πη τους, τα προ­βλή­μα­τά τους. Να νοι­ώ­θουν ό­τι εί­μα­στε καρ­δι­ές που ζού­με κον­τά η μί­α στην άλ­λη και μπο­ρού­με να βο­η­θού­με ο έ­νας τον άλ­λον.
Ε­νώ υ­πήρ­χαν πολ­λά προ­βλή­μα­τα κα­τά την α­πο­στο­λι­κή ε­πο­χή, κα­νείς δεν εί­χε δι­α­φο­ρές με τον ά­γιο Ι­ά­κω­βο. Αν­τι­θέ­τως, και ε­κεί­νους που ή­ταν δι­η­ρη­μέ­νοι -η δι­αί­ρε­σις εί­ναι έ­να σκου­λή­κι που μπαί­νει παν­τού• α­κό­μη και στον πα­ρά­δει­σο μπή­κε(2)!- ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος τους συ­νέ­δε­ε. Εν­θυ­μεί­σθε ό­τι η αρ­χέ­γο­νος Εκ­κλη­σί­α, κα­τά την αν­θρώ­πι­νη αν­τί­λη­ψι, κιν­δύ­νευ­ε να δι­α­λυ­θή, μα­ζί και το έρ­γο του Λυ­τρω­τού, του Χρι­στού. Δεν ή­το δυ­να­τόν ό­μως να κα­τα­στρα­φή, δι­ό­τι ο Θε­ός βρή­κε αν­θρώ­πους και ε­πι­βί­ω­σε η ευ­λο­γη­μέ­νη κα­τά­στα­σις που δη­μι­ούρ­γη­σε η σταύ­ρω­σις και η α­νά­στα­σις του Χρι­στού. Ό­πως γνω­ρί­ζε­τε, υ­πήρ­χε δι­α­μά­χη α­νά­με­σα στους χρι­στια­νούς τους προ­ερ­χο­μέ­νους α­πό τους Ι­ου­δαί­ους και τους προ­ερ­χο­μέ­νους α­πό τους Ελ­λη­νι­στάς• δεν μπο­ρού­σαν να συμ­βι­ώ­σουν. Οι ε­πι­δρά­σεις, των μεν α­πό τον νό­μο, των δε α­πό την ελ­λη­νι­κή παι­δεί­α, τους δη­μι­ουρ­γού­σαν δια­ρκώς δυ­σκο­λί­ες στην με­τα­ξύ των κοι­νω­νί­α. Ποι­ος τους συ­νέ­δε­σε; Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος, ο ο­ποί­ος στο τέ­λος ε­πέ­τυ­χε να συγ­κα­λέ­ση την Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δο στην ο­ποί­α προ­ή­δρευ­σε. Δεν θα μπο­ρού­σε κα­νείς άλ­λος α­πό­στο­λος να προ­ε­δρεύ­ση πα­ρά μό­νον αυ­τός, δι­ό­τι ή­ξευ­ρε να ι­σορ­ρο­πή τις καρ­δι­ές των αν­θρώ­πων, να κα­τα­λα­βαί­νη τα πνεύ­μα­τα και να βο­η­θή τους πι­στούς, χω­ρίς να θυ­σιά­ζη την ου­σί­α.
Α­κό­μη εί­ναι γνω­στό ό­τι συμ­φι­λί­ω­σε και τον Πέ­τρο με τον Παύ­λο. Εί­χαν φθά­σει οι σχέ­σεις τους σε πα­ρο­ξυ­σμό. Ο α­πό­στο­λος Παύ­λος ή­θε­λε να πά­η στα Ι­ε­ρο­σό­λυ­μα. Κα­θυ­στε­ρού­σε ό­μως, δι­ό­τι φο­βό­ταν ό­τι δεν θα τον δέ­χον­ταν. Τον θε­ω­ρού­σαν σχε­δόν ε­θνι­κό, ε­πει­δή δεν τη­ρού­σε τις δι­α­τά­ξεις του νό­μου. Ή­ταν γε­μά­τη η καρ­διά τους α­πό υ­πο­ψί­ες ε­ναν­τί­ον του. Α­πό την άλ­λη ο Πέ­τρος, του ο­ποί­ου γνω­ρί­ζο­με τον χα­ρα­κτή­ρα α­πό τα πε­ρι­στα­τι­κά της ζω­ής του, ή­ταν έ­νας αυ­θόρ­μη­τος άν­θρω­πος και με ορ­μή θα ε­πέ­πι­πτε στον α­πό­στο­λο Παύ­λο, ο ο­ποί­ος τον εί­χε ε­λέγ­ξει στην Αν­τι­ό­χεια για το θέ­μα αυ­τό. Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος ό­μως τους συμ­φι­λί­ω­σε(3).
Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος ή­ταν πτω­χό­τα­τος, ο πιο πτω­χός άν­θρω­πος της ε­πο­χής ε­κεί­νης. Δεν φο­ρού­σε πο­λυ­τε­λή εν­δύ­μα­τα, αλ­λά έ­ναν χι­τώ­να λευ­κό, και περ­πα­τού­σε ξυ­πό­λυ­τος. Και αυ­τό ή­ταν έ­να ε­ξω­τε­ρι­κό ση­μά­δι, το ο­ποί­ο δεν χώ­νε­ψαν πο­τέ οι Ε­βραί­οι. Ή­ταν και α­θλη­τής! Γε­ρός α­θλη­τής, πρώ­τος στο
 α­γώ­νι­σμα των γο­νυ­κλι­σι­ών. Τα γό­να­τά του εί­χαν γί­νει σαν της κα­μή­λας, γε­μά­τα κά­λους. Τό­σο πο­λύ δού­λευ­ε νύ­κτα και η­μέ­ρα. Την η­μέ­ρα για τις καρ­δι­ές των αν­θρώ­πων και την νύ­κτα ε­νώ­πιον του Θε­ού(4). Ο ά­γιος Ι­ά­κω­βος λοι­πόν μας έ­δω­σε τις α­φε­τη­ρί­ες της λε­πτό­τη­τας, της ευ­γε­νεί­ας και των κοι­νω­νι­κών δο­μών της αν­θρω­πί­νης ζω­ής, τις ο­ποί­ες συ­ναν­τά­με κυ­ρί­ως στην πιο ωρ­γα­νω­μέ­νη και αρ­χαι­ό­τε­ρη κοι­νω­νί­α, την μο­να­χι­κή πο­λι­τεί­α.
Ο μο­να­χι­σμός εί­ναι μί­α πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νί­α, μί­α σύ­να­ξις. Στο μο­να­στή­ρι οι μο­να­χοί δεν εί­μα­στε ά­το­μα και α­πλά ο­νό­μα­τα, αλ­λά ό­λοι μα­ζί α­πο­τε­λού­με μί­α καρ­διά, έ­να σώ­μα. Δεν ξε­χω­ρί­ζο­με. Και κα­θώς τα μο­να­στή­ρια, ως ε­πί το πλεί­στον, έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρους μο­να­χούς και λι­γώ­τε­ρα κελ­λιά, ο έ­νας εί­ναι πλά­ι στον άλ­λον και α­να­πνέ­ει την α­γά­πη της καρ­διάς του. Ό,τι υ­πάρ­χει στον μο­να­χι­σμό εί­ναι υ­πό­δειγ­μα του ου­ρα­νού. Η Εκ­κλη­σί­α παίρ­νει τα υ­πο­δείγ­μα­τα αυ­τά και τα προ­σφέ­ρει στους πι­στούς, ό­πως έ­κα­ναν και οι Πα­τέ­ρες.
Ο κό­σμος νο­μί­ζει ό­τι, ό­ταν κά­ποι­ος πά­η στο μο­να­στή­ρι, φεύ­γει α­πό την κοι­νω­νί­α και α­γρι­εύ­ει. Το λέ­γουν αυ­τό, δι­ό­τι α­γνο­ούν ό­τι οι μο­να­χοί εί­ναι οι πε­ρισ­σό­τε­ρο κοι­νω­νι­κοί άν­θρω­ποι. Να ξεύ­ρε­τε ό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να γί­νη μο­να­χός, ε­άν δεν εί­ναι κοι­νω­νι­κός, ε­άν δη­λα­δή δεν μπο­ρή να ε­πι­κοι­νω­νή με τους αν­θρώ­πους και να αν­τι­με­τω­πί­ζη ό­λες τις κοι­νω­νι­κές δυ­σκο­λί­ες. Αν δυ­σκο­λεύ­ε­ται να παν­τρευ­θή, να δη­μι­ουρ­γή­ση οι­κο­γέ­νεια, ε­πί­σης δεν μπο­ρεί να γί­νη μο­να­χός. Πρέ­πει να νοι­ώ­θη α­σφα­λής στην ζω­ή του. Δεν εί­ναι κα­τα­φύ­γιο τα μο­να­στή­ρια. Ε­πο­μέ­νως, ο μο­να­χός μπο­ρεί να ε­πι­τύ­χη ό­λα τα προ­η­γού­με­να, τα ο­ποί­α α­γα­πά, δεν τα αρ­νεί­ται, δεν τα κα­τη­γο­ρεί, δεν τα πε­ρι­φρο­νεί, αλ­λά προ­τι­μά κά­τι α­νώ­τε­ρο για τον ε­αυ­τό του.
Το μο­να­στή­ρι εί­ναι μια πο­λύ ζε­στή α­δελ­φό­τη­τα. Ό­λοι εί­ναι μέ­λη ε­νός σώ­μα­τος, του σώ­μα­τος του Χρι­στού. Ε­κεί νοι­ώ­θει κα­νείς αυ­τό που λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος στους Κο­ριν­θί­ους, οι ο­ποί­οι ή­ταν δι­η­ρη­μέ­νοι, «εί­τε πά­σχει εν μέ­λος», πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν το α­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι, «συμ­πά­σχει πάν­τα τα μέ­λη»• δη­λα­δή το μά­τι μου θα σκύ­ψη να δη τι έ­χει το χέ­ρι, και το δε­ξί μου χέ­ρι θα κοι­τά­ξη να το βο­η­θή­ση. Ό­λα τα μέ­λη βο­η­θούν το έ­να το άλ­λο. Ε­άν πά­σχη έ­να μέ­λος, το άλ­λο λυ­πά­ται και το βο­η­θά­ει. Ε­άν χαί­ρη, ε­άν δο­ξά­ζε­ται το εν μέ­λος, συγ­χαί­ρουν πάν­τα τα μέ­λη(5)• ό­λο το σώ­μα μας χαί­ρει.
Ας πλη­σι­ά­σω­με τώ­ρα τις κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες ε­νός μο­να­στη­ριού αρ­χί­ζον­τας α­πό την ι­δι­ο­κτη­σί­α, για την ο­ποί­α κά­θε τό­σο γί­νε­ται με­γά­λη συ­ζή­τη­σις. Πό­σοι νό­μοι ψη­φί­ζον­ται και πό­σα δι­κα­στή­ρια γί­νον­ται για την ι­δι­ο­κτη­σί­α! Στο μο­να­στή­ρι δεν υ­πάρ­χει ι­δι­ο­κτη­σί­α. Δεν ε­πι­τρέ­πε­ται στον μο­να­χό ού­τε για μί­α μύ­τη μο­λυ­βιού να πη ό­τι εί­ναι «ε­μή», δι­κή μου. Το «ε­μόν» και το «σον» δεν υ­πάρ­χει στην μο­να­χι­κή ζω­ή. Α­γα­πούν οι άν­θρω­ποι τα μο­να­στή­ρια και α­πό την α­γά­πη τους κά­νουν λά­θος και δί­νουν δώ­ρα στους μο­να­χούς, αλ­λά κα­νείς δεν κρα­τά­ει κά­τι. Ό­λα τα δί­νουν στον Γέ­ρον­τα ή λέ­γουν στον ε­πι­σκέ­πτη να τα δώ­ση ε­κεί­νος. Δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τε δι­κό μου ή δι­κό σου. Έ­χει ε­ξο­στρα­κι­σθή αυ­τό, έ­χει α­πο­βλη­θή. Ο­πό­τε η α­φε­τη­ρί­α του μα­ρα­σμού -δι­ό­τι α­πό ε­κεί ξε­κι­νούν οι με­γά­λες έ­ρι­δες(6)- ε­κλεί­πει α­πό το μο­να­στή­ρι. Ας πά­με τώ­ρα στο άλ­λο ζή­τη­μα, που α­φο­ρά την ερ­γα­σί­α.
Πώς εί­ναι η ερ­γα­σί­α στο μο­να­στή­ρι; Στον κό­σμο τε­λει­ώ­νει κα­νείς το λύ­κει­ο και, για να πά­η στο πα­νε­πι­στή­μιο ή σε κά­ποι­α άλ­λη ερ­γα­σί­α, αν­τα­γω­νί­ζε­ται με ε­κα­τον­τά­δες υ­πο­ψη­φί­ων. Κου­ρά­ζε­ται, αρ­ρω­σταί­νει, παίρ­νει φάρ­μα­κα, ξε­κου­ρά­ζε­ται, κου­ρά­ζε­ται πά­λι, α­γω­νιά. Μέ­χρι να γί­νη ε­πι­στή­μων, να έ­χη την δι­κή του ερ­γα­σί­α, πό­σα και πό­σα δεν έ­χει τρα­βή­ξει! Ε­άν βε­βαί­ως ε­πι­τύ­χη ε­κεί που θέ­λει! Ε­άν τον ι­κα­νο­ποι­ή αυ­τό το ε­πάγ­γελ­μα!
Στο μο­να­στή­ρι δεν υ­πάρ­χει αυ­τή η α­γω­νί­α, δι­ό­τι δεν υ­πάρ­χει ε­πι­θυ­μί­α. Κα­νείς δεν λέ­γει, ε­γώ θέ­λω αυ­τό το δι­α­κό­νη­μα. Μπο­ρεί ό­μως ο μο­να­χός να πη την γνώ­μη του, τον λο­γι­σμό του, δι­ό­τι το μο­να­στή­ρι δεν εί­ναι φυ­λα­κή. Εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος κό­σμος και ο κα­θέ­νας προ­σφέ­ρει αυ­τό που λα­χτα­ρά­ει, αυ­τό που θέ­λει η δι­κή του η καρ­διά. Ε­πο­μέ­νως, μπο­ρεί να πη τον λο­γι­σμό του ως ε­λεύ­θε­ρος άν­θρω­πος, αλ­λά κα­νείς δεν εί­ναι ε­λεύ­θε­ρος, ε­άν δεν μπο­ρή να υ­πο­τά­ξη την γνώ­μη του στην θέ­λη­σί του. Έ­τσι δεν υ­πάρ­χει ε­πι­θυ­μί­α η ο­ποί­α δη­μι­ουρ­γεί δυ­στυ­χί­α στην ζω­ή μας.
Α­κό­μη, το κρι­τή­ριο δεν εί­ναι η ε­πι­τη­δει­ό­της. Στον κό­σμο ο έ­ξυ­πνος μπαί­νει στο πα­νε­πι­στή­μιο, ό­ποι­ος δεν εί­ναι έ­ξυ­πνος μέ­νει έ­ξω και υ­πο­φέ­ρει για να ζή­ση. Στο μο­να­στή­ρι έ­ξυ­πνος, σο­φός, ά­σο­φος, μορ­φω­μέ­νος, κα­τηρ­τι­σμέ­νος, κα­λός, κα­κός, α­δύ­να­τος, άρ­ρω­στος, ο,τι­δή­πο­τε και αν εί­ναι, δεν λαμ­βά­νε­ται υ­π' ό­ψιν. Αυ­τό το ο­ποί­ο κυ­ρί­ως λαμ­βά­νε­ται υ­π' ό­ψιν εί­ναι το πνευ­μα­τι­κό συμ­φέ­ρον του μο­να­χού. Προ­σπα­θεί το μο­να­στή­ρι να δη ποι­ο εί­ναι το συμ­φέ­ρον της ψυ­χής, η ο­ποί­α ήλ­θε εις τον Χρι­στόν, για να κερ­δί­ση την αι­ω­νι­ό­τη­τα και τον πα­ρά­δει­σο. Αυ­τό το δι­α­κό­νη­μα τον βο­η­θά­ει, το άλ­λο τον κου­ρά­ζει, θα τον βά­λω­με, χω­ρίς να το ξεύ­ρη, στο δι­α­κό­νη­μα που τον βο­η­θά­ει.
Ε­πί­σης, λαμ­βά­νε­ται υ­π' ό­ψιν το συμ­φέ­ρον της α­δελ­φό­τη­τος. Εί­δα­τε ό­τι α­νέ­φε­ρα την λέ­ξι δι­α­κό­νη­μα και ό­χι ε­πάγ­γελ­μα, δι­ό­τι στο μο­να­στή­ρι με την ερ­γα­σί­α μου δι­α­κο­νώ τον α­δελ­φό μου, γί­νο­μαι υ­πη­ρέ­της του, α­πο­κτώ το ε­πάγ­γελ­μα του Ι­η­σού Χρι­στού, ο ο­ποί­ος «ουκ ήλ­θε δι­α­κο­νη­θή­ναι, αλ­λά δι­α­κο­νή­σαι»(7). Ο μο­να­χός δι­α­κα­τέ­χε­ται α­πό αυ­τήν την ε­πι­θυ­μί­α της δι­α­κο­νί­ας των άλ­λων. Ε­πο­μέ­νως, το δεύ­τε­ρο κρι­τή­ριο εί­ναι η δι­α­κο­νί­α, το συμ­φέ­ρον της α­δελ­φό­τη­τος.
Εν συ­νε­χεί­α η ει­ρή­νη των με­λών. Ας υ­πο­θέ­σω­με ό­τι έ­χο­με έ­ναν κα­θη­γη­τή, ο ο­ποί­ος ευ­ρί­σκε­ται σε δι­ά­στα­σι με τον γυ­μνα­σιά­ρχη. Τι δι­α­πλη­κτι­σμοί, τι ύ­βρεις, τι α­μαρ­τί­ες, τι α­πά­τες, τι δι­κα­στή­ρια μπο­ρούν να γί­νουν! Στο μο­να­στή­ρι ό­ταν δού­με ό­τι δυ­ο άν­θρω­ποι δεν τα πά­νε κα­λά, ως α­δύ­να­τοι που μπο­ρεί να εί­ναι, ε­άν δεν κα­τα­φέ­ρου­με να τους κά­νω­με πο­λύ δυ­να­τούς -και εί­ναι φυ­σι­κό να μην εί­ναι ό­λοι δυ­να­τοί- τό­τε, ό­ταν έλ­θη η ώ­ρα να δώ­σω­με και πά­λι τα δι­α­κο­νή­μα­τα, ο κα­θέ­νας θα πά­ρη δι­α­φο­ρε­τι­κό δι­α­κό­νη­μα. Τα πάν­τα λύ­νον­ται ει­ρη­νι­κά.
Βλέ­πε­τε ό­τι η ευ­θύ­νη δεν εί­ναι του μο­να­χού. Αυ­τός εί­ναι ή­ρε­μος, α­πηλ­λαγ­μέ­νος α­πό κά­θε φρον­τί­δα και μέ­ρι­μνα. Κά­νει υ­πα­κο­ή με την ο­ποί­α δι­α­κο­νεί το σώ­μα της α­δελ­φό­τη­τας και οι­κο­δο­μεί την ψυ­χή του. Έ­χει την καρ­διά του χα­ρού­με­νη και ε­λεύ­θε­ρη, για να μπο­ρή να προ­σεύ­χε­ται.
Μι­λή­σα­με για την ι­δι­ο­κτη­σί­α και την ερ­γα­σί­α, ας δού­με τώ­ρα την δι­και­ο­σύ­νη. Λέ­γουν οι ση­με­ρι­νοί άν­θρω­ποι ό­τι δεν μας χρει­ά­ζε­ται α­γά­πη• μας χρει­ά­ζε­ται δι­και­ο­σύ­νη. Και ε­μείς λέ­με ό­τι την δι­και­ο­σύ­νη θα την βρού­με ε­πά­νω στον ου­ρα­νό• ε­δώ μας χρει­ά­ζε­ται η α­γά­πη. Ε­πει­δή ξεύ­ρο­με ό­τι η δι­και­ο­σύ­νη ε­ξαρ­τά­ται α­πό την α­λη­θι­νή α­γά­πη, η δι­και­ο­σύ­νη μας ο­δη­γεί και δί­νει το σκή­πτρο στην α­γά­πη.
Η α­γά­πη εί­ναι μί­α δω­ρε­ά του Χρι­στού προς το σώ­μα του(8) και, εν προ­κει­μέ­νω, προς την α­δελ­φό­τη­τα. Πράγ­μα­τι, χω­ρίς α­γά­πη δεν ζη κα­μί­α μο­να­χι­κή α­δελ­φό­τη­τα. Οι μο­να­χοί ζουν δι­ό­τι α­γα­πούν. Η α­γά­πη εί­ναι μί­μη­σις του Χρι­στού, δι­ό­τι «αυ­τός πρώ­τος η­γά­πη­σεν η­μάς»(9). Ε­πο­μέ­νως, ό­ταν α­γα­πώ, ση­μαί­νει ό­τι έ­χω πά­ρει δω­ρε­ά, έ­χω πά­ρει χά­ρι α­πό τον Θε­όν και ό­τι μι­μού­μαι τον Χρι­στόν. 
Η α­γά­πη α­πο­σκο­πεί στο να μπο­ρή ο έ­νας να δί­νη χα­ρά στον άλ­λον να στε­ρού­μαι ε­γώ ε­κου­σί­ως, για να έ­χη πε­ρισ­σό­τε­ρα ο άλ­λος• να θυ­σιά­ζω τον ε­αυ­τό μου, για να νοι­ώ­θη ο άλ­λος ά­νε­τα, να νοι­ώ­θη α­σφά­λεια στην ζω­ή του. Η α­γά­πη εί­ναι έ­νας συ­νε­κτι­κός δε­σμός που μας δέ­νει με την Εκ­κλη­σί­α και ταυ­τό­χρο­να με τον Χρι­στόν. Πώς το πε­τυ­χαί­νο­με αυ­τό; Με το «α­νε­χό­με­νοι αλ­λή­λων εν α­γά­πη», ό­πως λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος(10)• με το να δε­χώ­με­θα τον άλ­λον ό­πως εί­ναι. Μουρ­μου­ρί­ζει; Ά­φη­σέ τον να μουρ­μου­ρί­ζη. Ε­άν θέ­λης να τον κά­νης να μη μουρ­μου­ρί­ζη, ε­κεί­νος θα μουρ­μου­ρί­ζη πιο πο­λύ και ε­σύ θα στε­νο­χω­ρι­έ­σαι και θα φω­νά­ζης. Ο άλ­λος ση­κώ­νε­ται, κά­νει πο­λύ θό­ρυ­βο και σε ξυ­πνά. Κά­τι α­νά­λο­γο θα κά­νης και ε­σύ, αλ­λά δεν το κα­τα­λα­βαί­νεις. Ά­φη­σέ τον, για­τί, αν προ­σπα­θή­σης να τον δι­ορ­θώ­σης, θα θε­λή­ση να δι­ορ­θώ­ση και ε­κεί­νος τα δι­κά σου σφάλ­μα­τα. Μό­νον ο Γέ­ρον­τας δι­ορ­θώ­νει τους αν­θρώ­πους στο μο­να­στή­ρι• πο­τέ ο μο­να­χός, ε­κτός ε­άν τον ε­πη­ρε­ά­ζη πο­νη­ρό δαι­μό­νιο, ο­πό­τε κά­νει πα­ρα­τη­ρή­σεις, συμ­βου­λεύ­ει, λέ­γει στον άλ­λον κά­νε αυ­τό, κά­νε ε­κεί­νο. Ο α­λη­θής μο­να­χός πο­τέ δεν συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται έ­τσι. Στο μο­να­στή­ρι έ­νας εί­ναι ο πα­τέ­ρας και ό­λοι οι άλ­λοι εί­ναι α­δελ­φοί. Βλέ­πε­τε με πό­ση θαλ­πω­ρή τα έ­χει φρον­τί­σει η Εκ­κλη­σί­α μας; Γι' αυ­τό λεί­πουν οι θυ­μοί, οι κραυ­γές που προ­έρ­χον­ται α­πό τις δι­α­φω­νί­ες, λεί­πει η κα­κί­α, η εκ­δί­κη­σις και ό­λοι γί­νον­ται χρη­στοί. Τι ση­μαί­νει χρη­στός; Ε­κεί­νος, του ο­ποί­ου η α­που­σί­α δεν περ­νά­ει α­πα­ρα­τή­ρη­τη, δι­ό­τι εί­ναι χρή­σι­μος και εύ­σπλαγ­χνος. Πώς γί­νον­ται ό­λοι χρη­στοί; «Χα­ρι­ζό­με­νοι ε­αυ­τοίς»(11). Κα­τα­λα­βαί­νω, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, ό­τι ο άλ­λος εί­ναι θυ­μω­μέ­νος μα­ζί μου. Δεν του μι­λώ ά­σχη­μα. Του συμ­πε­ρι­φέ­ρο­μαι με πολ­λή ευ­γέ­νεια και α­γά­πη μι­μού­με­νος τον Κύ­ριον.
Α­κό­μη, εκ­φρά­ζο­με την α­γά­πη μας με το να τι­μά­με ο έ­νας τον άλ­λον. Πο­τέ δεν κα­θό­μα­στε ε­νώ­πιον με­γα­λυ­τέ­ρου, πα­ρά μό­νον ε­άν μας το πη ή ε­άν πά­ρω­με την ά­δειά του. Ε­άν κά­ποι­ος έ­χη μί­α α­πο­τυ­χί­α, κά­νη έ­να σφάλ­μα, έ­χη έ­ναν πό­νο, θα του δεί­ξω­με με­γά­λη α­γά­πη, ώ­στε να ι­σορ­ρο­πή­ση και να α­παλ­λα­γή α­πό τα προ­βλή­μα­τα, φρον­τί­ζον­τας έ­τσι «τα ε­τέ­ρων έ­κα­στος», ό­πως λέ­γει και ο α­πό­στο­λος Παύ­λος εις τους Φι­λιπ­πη­σί­ους(12). Ο κα­θέ­νας μας ας κά­νη ε­κεί­νο που θέ­λει ο άλ­λος. Ο άν­δρας, αυ­τό που θέ­λει η γυ­ναί­κα. Η γυ­ναί­κα, αυ­τό που θέ­λει ο άν­δρας.
Βλέ­πε­τε, α­δελ­φοί μου, πό­ση λε­πτό­τη­τα υ­πάρ­χει στην Εκ­κλη­σί­α και μά­λι­στα στους α­γί­ους; Οι ά­γιοι εί­ναι προ­σε­κτι­κοί, δι­ό­τι έ­χουν γευ­θή την γλυ­κύ­τη­τα και την ει­ρή­νη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος και, ε­άν δεν τα προ­σέ­ξουν αυ­τά, θα χά­σουν την ει­ρή­νη. Οι ά­γιοι προ­σπα­θούν πάν­το­τε να μη λυ­πή­σουν κα­νέ­ναν άν­θρω­πο, ού­τε και τα ζώ­α. Βλέ­πουν τον άλ­λον σαν να εί­ναι ο Χρι­στός(13). Και εί­ναι πράγ­μα­τι ο Χρι­στός, δι­ό­τι εί­ναι ει­κό­να του Θε­ού. Ε­πο­μέ­νως, α­γα­πούν τον άν­θρω­πο, ε­πει­δή εί­ναι ει­κό­να του Θε­ού. Έ­τσι ο Χρι­στός και ο άν­θρω­πος γί­νον­ται έ­να στην καρ­διά τους, στα έγ­κα­τά τους.
Ό­ταν ο άν­θρω­πος μας δί­νη την α­γά­πη του Θε­ού, την ευ­γέ­νεια, την λε­πτό­τη­τα, αυ­τό εί­ναι κοι­νω­νί­α Θε­ού. Θέ­λεις να κοι­νω­νάς σώ­μα και αί­μα Χρι­στού; Κοι­νώ­νη­σε. Υ­πάρ­χουν ό­μως και άλ­λοι τρό­ποι κοι­νω­νί­ας. Να τι λέ­γει έ­νας α­πό τους μο­να­χι­κούς κα­νό­νες του Με­γά­λου Αν­τω­νί­ου: «Πο­τέ μη δυ­σκο­λέ­ψης τον άλ­λον, πο­τέ μην προ­σπα­θή­σης να ε­πι­μεί­νης στον λό­γο σου»(14). Εί­πες κά­τι και ο άλ­λος σου α­παν­τά: Ό­χι, δεν εί­ναι έ­τσι ό­πως το λες. Μην προ­σπα­θή­σης να α­πο­δεί­ξης ό­τι έ­χεις δί­και­ο, αλ­λά βρες έ­ναν ευ­γε­νή τρό­πο να κα­τα­λά­βη ό­τι εί­ναι ο νι­κη­τής. Δι­ό­τι, ε­άν δεν νοι­ώ­ση ό­τι αυ­τός εί­ναι ο νι­κη­τής, θα δη­μι­ουρ­γη­θή μέ­σα του πι­κρί­α, αν­τί­δρα­σις, φαρ­μά­κι, εκ­δι­κη­τι­κό­της, μει­ο­νε­ξί­α και τό­σα άλ­λα. Θα υ­πο­χω­ρή­σης χω­ρίς να το δεί­ξης, χω­ρίς να το κα­τα­λά­βη, ώ­στε να νο­μί­ση ό­τι σε έ­πει­σε. Ε­σύ βε­βαί­ως θα πα­ρα­μεί­νης στα­θε­ρός στην α­λή­θεια. Ε­άν δεν συμ­πε­ρι­φε­ρώ­με­θα έ­τσι, θα μας κυ­βερ­νά το πο­νη­ρόν, ό­πως συ­νε­χί­ζει ο κα­νό­νας του Με­γά­λου Αν­τω­νί­ου.
Ας δού­με ε­πί­σης τι λέ­γει ο Μέ­γας Α­θα­νά­σιος για τον Μέ­γαν Αν­τώ­νιο, ο ο­ποί­ος, πα­ρ' ό­τι ή­ταν γέ­ρων, νή­στευ­ε κά­θε η­μέ­ρα. Αυ­τός, που ζού­σε σκλη­ρή ζω­ή και κα­θη­με­ρι­νά πά­λευ­ε με τους δαί­μο­νες και έ­μει­νε ε­ξά­μη­να ο­λό­κλη­ρα χω­ρίς να τον βλέ­πη άν­θρω­πος, ό­ταν ε­πέ­στρε­φε στους αν­θρώ­πους, ή­ταν «χα­ρί­εις», γε­μά­τος χά­ρι, «και πο­λι­τι­κός», δη­λα­δή δι­πλω­μά­της με την κα­λή έν­νοι­α της λέ­ξε­ως. Δεν λέ­με ευ­θέ­ως την α­λή­θεια. Δεν την αν­τέ­χει ο άλ­λος. Ε­πι­στρέ­φει, ε­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι, ο σύ­ζυ­γος στο σπί­τι και η σύ­ζυ­γος έ­χει κά­νει κά­ποι­ο λά­θος. Τό­τε της ε­πι­τί­θε­ται ο σύ­ζυ­γος: «Λά­θος έ­κα­νες. Αυ­τή εί­ναι η α­λή­θεια. Η α­λή­θεια να λέ­γε­ται!» Δεν εί­ναι αυ­τή η α­λή­θεια. Δεν εί­ναι αυ­τό α­γά­πη. Αυ­τό εί­ναι ε­γω­ι­σμός. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι δεν α­γα­πάς την γυ­ναί­κα σου που την αγ­κα­λιά­ζεις κά­θε η­μέ­ρα, α­φού της δί­νεις μια στο κε­φά­λι και στην καρ­διά της. Πώς συμ­βι­βά­ζον­ται αυ­τά; Το ί­διο ι­σχύ­ει και για την γυ­ναί­κα με τον άν­δρα, για τον Γέ­ρον­τα με τον υ­πο­τα­κτι­κό, τον υ­πο­τα­κτι­κό με τον Γέ­ρον­τα, τον α­δελ­φό με τον α­δελ­φό. Και συ­νε­χί­ζει ο Μέ­γας Α­θα­νά­σιος: «Τον δε λό­γον εί­χεν ηρ­τυ­μέ­νον τω θεί­ω α­λά­τι». Ό­ταν μι­λού­σε ο Μέ­γας Αν­τώ­νιος, έ­νοι­ω­θες μί­α χά­ρι, μί­α γλυ­κύ­τη­τα, μί­α ευ­φρο­σύ­νη. Εύ­ρι­σκε τό­σο ό­μορ­φες λέ­ξεις, τό­σο ω­ραί­α νο­ή­μα­τα, τέ­τοι­ον ω­ραί­ο τρό­πο, ώ­στε α­να­ρω­τι­ό­σουν: Σο­φός εί­ναι; πώς μι­λά­ει τό­σο ω­ραί­α; Αν κά­ποι­ος έ­χη ε­πι­σκε­φθή τον π.Πα­ΐ­σιο, συ­νήν­τη­σε έ­ναν τέ­τοι­ον άν­θρω­πο. Εί­ναι χα­ρι­έ­στα­τος. Ό­λα ό­σα λέ­γει α­ξί­ζει να κα­τα­γρα­φούν. «Δι' αυ­τό», συ­νε­χί­ζει ο Μέ­γας Α­θα­νά­σιος, «κα­νείς δεν φθο­νού­σε τον Μέ­γαν Αν­τώ­νιο, ού­τε τον ζή­λευ­ε, αλ­λά χαί­ρον­ταν και έ­τρε­χαν ό­λοι κον­τά του»(15). Να λοι­πόν τι ση­μαί­νει ευ­γέ­νεια.
Οι ά­γιοι Πα­τέ­ρες το­νί­ζουν ό­τι, για να μπο­ρού­με να εί­με­θα τέ­τοι­οι άν­θρω­ποι, δεν πρέ­πει πο­τέ να λέ­με ό­χι στον άλ­λον αλ­λά μό­νον στον ε­γω­ι­σμό μας. Κα­λώς σου φέ­ρε­ται ο άλ­λος; Κα­λύ­τε­ρα να φερ­θής ε­σύ. Κα­κώς σου φέ­ρε­ται ο άλ­λος; Κάλ­λι­στα να φερ­θής ε­σύ, δι­ό­τι αυ­τό α­παι­τεί η άρ­νη­σις του ε­γώ σου. Να νοι­ώ­ση ο άλ­λος ό­τι κά­θο­μαι και τον α­κού­ω με σε­βα­σμό.
Έ­τσι, α­δελ­φοί μου, η α­γά­πη γί­νε­ται, κα­τά τον ά­γιο Ι­ω­άν­νη της Κλί­μα­κος, έ­νας «δε­σμός ά­λυ­τος». Ό,τι και αν κά­νης, δεν μπο­ρεί να λυ­θή. Δέ­νει ό­λους ε­μάς που εί­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί άν­θρω­ποι, αλ­λά γι' αυ­τό εί­μα­στε χρή­σι­μοι. Κα­νέ­νας α­πό ε­μάς δεν εί­ναι ό­μοι­ος με τον άλ­λον. Αυ­τή η α­γά­πη δι­ορ­θώ­νει τα πάν­τα. Και συ­νε­χί­ζει ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης που ή­ταν ε­ρη­μί­της: «μη πλή­ξαι α­δελ­φού συ­νεί­δη­σιν έν τι­νι»(16)• πο­τέ μην πλη­γώ­σης άν­θρω­πο, ού­τε για κα­λό ού­τε για κα­κό. Ό­λα λοι­πόν, και η πνευ­μα­τι­κή πο­ρεί­α και τα χρι­στι­α­νι­κά α­θλή­μα­τα και η α­ρε­τή και η προ­σευ­χή, έ­χουν την αρ­χή τους στην ευ­γέ­νεια και την κοι­νω­νι­κό­τη­τα του αν­θρώ­που.
Ας α­να­φέ­ρω­με με­ρι­κά πα­ρα­δείγ­μα­τα α­πό το μο­να­στή­ρι, για να δή­τε πώς τα­κτο­ποι­εί­ται ε­κεί η κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή των μο­να­χών, θέ­λει κά­ποι­ος να πά­η στο κελ­λί ε­νός α­δελ­φού; θα α­να­λο­γι­σθή: Μή­πως εί­ναι ώ­ρα προ­σευ­χής; Αν εί­ναι ώ­ρα προ­σευ­χής, δεν θα πά­η, θα τον σε­βα­σθή. Αν κα­τα­λά­βη ό­τι ε­κεί­νη την ώ­ρα δι­α­βά­ζει ή κά­νει κά­τι άλ­λο, θα κτυ­πή­ση την πόρ­τα και θα πη: «Δι' ευ­χών των α­γί­ων Πα­τέ­ρων η­μών». Βά­ζω τους α­γί­ους μπρο­στά και μπαί­νω μέ­σα, για να εί­ναι οι ά­γιοι που θα μας ε­νώ­νουν. Εί­δα­τε πό­σο ω­ραί­α συ­νή­θεια εί­ναι αυ­τή;
Ε­πί­σης, ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος σε έ­ναν κα­νό­να του για τους μο­να­χούς λέ­γει ό­τι δεν ε­πι­τρέ­πε­ται πο­τέ να αρ­γο­λο­γή κα­νείς εις βά­ρος άλ­λου. Συ­ναν­τι­ό­μα­στε, λό­γου χά­ριν, με κά­ποι­ον, χαι­ρε­τι­ό­μα­στε και ρω­τά­με: Τι κά­νεις; Τι κά­νει ο Κώ­στας; Και α­παν­τά ο άλ­λος: Α, τον κα­η­μέ­νο τι έ­πα­θε! Έ­τσι κι έ­τσι... Αυ­τά που λες για «τον κα­η­μέ­νο» εί­ναι α­ρε­τή; Εί­ναι έ­παι­νος; Εί­ναι τι­μή για ε­κεί­νον; Για­τί α­να­φέ­ρεις το ό­νο­μά του, α­φού μά­λι­στα δεν εί­ναι μπρο­στά σου; Ε­άν ή­ταν, θα φο­βό­σουν να μι­λή­σης• τώ­ρα που δεν εί­ναι, για­τί δεν σέ­βε­σαι και δεν φο­βά­σαι τον άγ­γε­λό του που εί­ναι πα­ρών, τον Χρι­στόν που εί­ναι α­νά­με­σα μας; Και συ­νε­χί­ζει ο ί­διος κα­νό­νας ό­τι κα­νείς δεν ε­πι­τρέ­πε­ται να γε­λά­ση εις βά­ρος άλ­λου. Ας υ­πο­θέ­σω­με ό­τι κά­ποι­ος έ­κα­νε κά­τι ά­σχη­μο. Το βλέ­πω ε­γώ, κά­νω νό­η­μα να το δουν και οι άλ­λοι για να γε­λά­σουν. Αν κά­νης κά­τι τέ­τοι­ο, έ­χεις «α­φο­ρι­σμόν μί­αν ε­βδο­μά­δα», λέ­γει ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος(17). Για­τί; Δι­ό­τι ε­γέ­λα­σες εις βά­ρος άλ­λου. Με τον Χρι­στόν μπο­ρού­με να γε­λά­με; Με την ει­κό­να του Χρί­στου πώς μπο­ρού­με να γε­λά­με;
Λέ­γει α­κό­μη ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος ό­τι δεν πρέ­πει κα­νείς να δι­ορ­θώ­νη τον άλ­λον ή να δι­α­πλη­κτί­ζε­ται. Μου λες ε­σύ, σου α­παν­τώ ε­γώ. Αν­τα­παν­τάς ε­σύ, σου φέρ­νω ε­γώ ε­πι­χει­ρή­μα­τα. Ε­πι­μέ­νεις ε­σύ και σου λέ­γω: Έ­λα πά­λι αύ­ριο να δι­α­βά­σω και να τα ξα­να­πού­με. Έ­τσι ού­τε άν­θρω­ποι εί­μα­στε, ού­τε σε κα­νέ­να άλ­λο βα­σί­λει­ο α­νή­κο­με. Χρει­ά­ζε­ται να προ­σέ­χω­με πο­λύ. Δεί­τε και κά­τι σχε­τι­κό με αυ­τό. Πας, πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν, σε έ­να συγ­γε­νι­κό σπί­τι, σε μί­α ε­ξα­δέλ­φη σου, και αρ­χί­ζεις και λες, λες... Νυ­στά­ζει η κα­η­μέ­νη, κοι­τά­ζει πό­τε θα φύ­γης, ε­σύ αρ­χί­ζεις πά­λι τον λό­γο α­πό την αρ­χή, ε­κεί­νη κά­νει τον σταυ­ρό της μή­πως φύ­γης, αλ­λά ε­σύ ε­πι­μέ­νεις. Γί­νε­σαι φορ­τι­κός άν­θρω­πος. Πο­τέ να μην εί­σαι «φορ­τι­κός», λέ­γει ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος που ή­ταν τό­σο με­γά­λος α­σκη­τής. Πα­ρ' ό­λο πού εί­χε γί­νει καμ­πού­ρης α­πό την ά­σκη­σι, ή­ταν τό­σο κοι­νω­νι­κός άν­θρω­πος! Και συ­νε­χί­ζει: Να εί­σθε «ευ­προ­σή­γο­ροι εν ταις εν­τεύ­ξε­σι»• ό­ταν κου­βεν­τι­ά­ζε­τε, το πρό­σω­πο σας να γε­μί­ζη θυ­μη­δί­α, χα­μό­γε­λο. «Γλυ­κύς εν ταις ο­μι­λί­αις»• ό­ταν ο­μι­λής, να ρέ­η γλυ­κύ­τη­τα, να τρέ­χη μέ­λι α­πό το στό­μα σου. Και πο­τέ να μη μι­λή­σης σκλη­ρά και βα­ριά• «ου­δα­μού το τρα­χύ, καν ε­πι­τι­μή­σαι δέ­η»(18)• και αν χρεια­σθή να κά­νης στον άλ­λον πα­ρα­τή­ρη­σι, να τον δι­ορ­θώ­σης, ε­πει­δή εί­σαι δά­σκα­λος, κα­θη­γη­τής, πνευ­μα­τι­κός, πα­τέ­ρας, μη­τέ­ρα, ας τον δι­ορ­θώ­σης με με­γά­λη γλυ­κύ­τη­τα• για­τί ά­μα πλη­γω­θή, θα κλεί­ση η καρ­διά του και θα γί­νη χει­ρό­τε­ρα.
Έ­νας άλ­λος κα­νό­νας για τους μο­να­χούς, του α­γί­ου Θε­ο­δώ­ρου του Στου­δί­του, λέ­γει: «Ό­ταν κα­τη­γο­ρή­σης έ­ναν άν­θρω­πο, ό­ταν κα­τα­λα­λή­σης, τέσ­σε­ρις μή­νες ξη­ρο­φα­γί­α»(19). Τι ση­μαί­νει ξη­ρο­φα­γί­α; Λί­γο ψω­μά­κι και λί­γο νε­ρά­κι. Βλέ­πε­τε πό­σο τι­μά τον άν­θρω­πο; Και άλ­λος κα­νό­νας λέ­γει: «Ο κα­τά­λα­λος σα­ράν­τα η­μέ­ρες δεν θα κοι­νω­νή­ση»(20). Και να σκε­φθή­τε ό­τι κοι­νω­νού­σαν κά­θε η­μέ­ρα οι μο­να­χοί. Ό­ταν ε­μείς κοι­νω­νά­με τέσ­σε­ρις φο­ρές τον χρό­νο, ση­μαί­νει δέ­κα χρό­νια α­κοι­νω­νη­σί­α. Και κά­τι χει­ρό­τε­ρο: η εκ­δί­κη­σις. Μου έ­κα­νες έ­να κα­κό και ε­γώ το θυ­μά­μαι. Με­τά α­πό έ­να δύ­ο χρό­νια έρ­χε­σαι να μου ζη­τή­σης κά­τι και σου λέ­γω: Θυ­μά­σαι που δεν μου εί­χες δώ­σει ε­κεί­νο που σου ζή­τη­σα; Για την εκ­δί­κη­σι ο ά­γιος Νε­ό­φυ­τος ο έγ­κλει­στος έ­λε­γε στους μο­να­χούς του: «Ε­άν εκ­δι­κη­θής, τό­τε α­φο­ρι­σμόν δι' ό­λην σου την ζω­ήν»(21). Α­φο­ρι­σμός ση­μαί­νει να βγά­λουν τον μο­να­χό α­πό την α­δελ­φό­τη­τα και να τρώ­η ξέ­χω­ρα• να μην έ­χη κοι­νω­νί­α με τους άλ­λους. Αυ­τό εί­ναι πο­λύ βα­ρύ!
Ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος κά­νει και μί­α άλ­λη πα­ρα­τή­ρη­σι, ι­δι­αί­τε­ρα για τις γυ­ναί­κες. Πολ­λά λέ­γει γι' αυ­τές, αλ­λά δεν σας τα λέ­γω, για να μη σας πι­κρά­νω. Α­να­φε­ρό­με­νος στις μο­να­χές λέ­γει: «Η εν­νεύ­σα­σα ο­φθαλ­μούς σχή­μα­τι πο­νη­ρώ προς το λυ­πή­σαι τη πλη­σί­ον α­φο­ρι­ζέ­σθω ε­βδο­μά­δα μί­αν»(22)• ο­ποί­α κά­νει νο­ή­μα­τα με το μά­τι, για να λυ­πή­ση την άλ­λη, έ­χει α­φο­ρι­σμό μί­α ε­βδο­μά­δα. Βλέ­πε­τε την ευ­γέ­νεια των με­γά­λων Πα­τέ­ρων της Εκ­κλη­σί­ας;
Να πού­με και για τις ε­πι­σκέ­ψεις που κά­νο­με στα σπί­τια ή με­τα­ξύ μας ε­μείς οι μο­να­χοί; Προ­σέξ­τε τρί­α πράγ­μα­τα που θα σας α­να­φέ­ρω. Εί­ναι πο­λύ α­πλά. Ό­ταν, λέ­γει ο ό­σιος Νεί­λος που ή­ταν με­γά­λος α­σκη­τής και θε­ο­λό­γος, συ­ναν­τι­έ­σαι με κά­ποι­ον ή ό­ταν πη­γαί­νης σε έ­να σπί­τι, «μη α­να­μέ­νω­μεν πρώ­τοι προ­σα­γο­ρευ­θή­ναι»• μην πε­ρι­μέ­νης να σου πη ο άλ­λος κα­λη­μέ­ρα. Ε­σύ να πης πρώ­τος, ε­σύ να τα­πει­νω­θής• μην πε­ρι­μέ­νης να τα­πει­νω­θή ο άλ­λος. «Η­μείς πρώ­τοι α­εί προ­σα­γο­ρεύ­σω­μεν εί­τε φί­λον, εί­τε έ­χθρόν»(23). Και αν εί­ναι ε­χθρός, και αν εί­ναι φί­λος, ε­μείς θα συμ­πε­ρι­φερ­θού­με με τον ί­διο τρό­πο.
Έ­νας άλ­λος α­σκη­τής, ο αβ­βάς Η­σα­ΐ­ας, λέ­γει: «Ε­άν α­πέλ­θης ε­πί ξέ­νης εις οί­κόν τι­νος», αν πας στο σπί­τι μιας γνω­στής σου ή ε­νός γνω­στού σου, «και ε­ξέλ­θη και ε­ά­ση σε κα­τά μό­νας», και ο νοι­κο­κύ­ρης βρε­θή στην α­νάγ­κη να σε α­φή­ση μό­νο σου, μη ση­κώ­σης το πρό­σω­πό σου και τα μά­τια σου και αρ­χί­σης να πε­ρι­ερ­γά­ζε­σαι τα πάν­τα. Ού­τε να α­νοί­ξης το συρ­τά­ρι για να δης τι έ­χει, «μή­τε θυ­ρί­δα», ού­τε κα­νέ­να πα­ρά­θυ­ρο για να δης μη τυ­χόν α­νοί­γη δι­α­φο­ρε­τι­κά, «εί­τε αγ­γεί­ον, εί­τε βι­βλί­ον», για­τί μπο­ρεί μέ­σα στο βι­βλί­ο να έ­χη έ­να γράμ­μα δι­κό του. Μπο­ρεί στο αγ­γεί­ο να έ­χη κά­τι, που δεν θέ­λει να το δης ε­σύ. «Εί­πε δε αυ­τώ ε­ξερ­χο­μέ­νω»• και για να εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο α­νυ­πο­ψί­α­στος ο νοι­κο­κύ­ρης, ό­ταν φεύ­γη, πες του: Σε πα­ρα­κα­λώ, έ­χεις να μου δώ­σης να κά­νω κά­τι μέ­χρι να ε­πι­στρέ­ψης(24); Για να νοι­ώ­ση ό­τι δεν μέ­νεις μό­νος σου, αλ­λά ό­τι τον αι­σθά­νε­σαι πα­ρόν­τα.
Ο προ­η­γού­με­νος ά­γιος, ο ά­γιος Νεί­λος ο α­σκη­τής, λέ­γει ό­τι, ό­ταν ευ­ρί­σκε­σαι με κά­ποι­ον, να εί­σαι τό­σο σο­βα­ρός και ό­μορ­φος και χα­ρι­τω­μέ­νος, ώ­στε να εί­σαι ι­ε­ρο­πρε­πής, να εί­σαι σε­βα­στός. Το βά­δι­σμά σου να εί­ναι αν­δρο­πρε­πές, έ­στω και αν εί­σαι γυ­ναί­κα. «Εν τη με­τα­λή­ψει το ο­λι­γο­δί­αι­τον»• ό­ταν συ­ναν­τη­θής με κά­ποι­ον και σου βά­λη να φας, ο­πωσ­δή­πο­τε θα σου πα­ρά­θε­ση με ό­λη την καρ­διά του τα κα­λύ­τε­ρα φα­γη­τά. Μην αρ­χί­σης και τρως λαί­μαρ­γα, δι­ό­τι θα του δη­μι­ουρ­γή­σης ά­σχη­μη εν­τύ­πω­σι. Μην προ­σβά­λης τον ε­αυ­τό σου. Και αν α­κό­μη πει­νάς, να εί­σαι ο­λι­γο­δί­αι­τος• φά­γε λί­γο α­πό ό­λα και αυ­τό φθά­νει. Για­τί λέ­γει ο­λι­γο­δί­αι­τος; Δι­ό­τι πρέ­πει να εί­σαι μα­θη­μέ­νος να τρως λί­γο, για να μπό­ρε­σης να συγ­κρα­τη­θής. Αν εί­σαι μα­θη­μέ­νος δια­ρκώς να τρως, δεν θα μπό­ρε­σης να φας λί­γο. «Εν τω κα­θεύ­δειν το σύμ­με­τρον»• αν χρεια­σθή να σε φι­λο­ξε­νή­σουν, μην πέ­σης ε­σύ πρώ­τος να κοι­μη­θής και οι άλ­λοι δεν θα ξεύ­ρουν τι να κά­νουν μέ­σα στο σπί­τι. Να κοι­μη­θής λι­γώ­τε­ρο α­πό ό­σο κοι­μά­σαι στο σπί­τι σου, δι­ό­τι πρέ­πει να κά­νης πα­ρέ­α τους αν­θρώ­πους που σε φι­λο­ξε­νούν, να κου­βεν­τιά­σης μα­ζί τους, να δεί­ξης την α­γά­πη σου, να δώ­σης τα δώ­ρα που έ­φε­ρες και μα­ζί με αυ­τά να δεί­ξης «προ­θυ­μί­α και συν­το­νί­α»(25).
Δη­λα­δή να τους κά­νης να νοι­ώ­σουν ό­τι μπή­κε στο σπί­τι τους έ­νας α­λη­θι­νός άγ­γε­λος.
Και έ­να τε­λευ­ταί­ο, το ο­ποί­ο α­να­φέ­ρει ο αβ­βάς Η­σα­ΐ­ας. Πα­ρ' ό­τι ή­ταν α­σκη­τής, οι λό­γοι του εί­ναι κοι­νω­νι­κώ­τα­τοι και συγ­χρό­νως πνευ­μα­τι­κοί και θε­ο­λο­γι­κοί. Λέ­γει λοι­πόν ό­τι, ε­άν κά­ποι­ος, ο α­δελ­φός σου ή η μη­τέ­ρα σου ή η γυ­ναί­κα σου, σου ψή­ση φα­γη­τό και δεν ε­πι­τύ­χη, «μη ει­πής αυ­τώ, ό­τι κα­κώς έ­ψη­σας»• μην πης ό­τι δεν εί­ναι ό­πως το πε­ρί­με­να• «θά­να­τος γάρ ε­στι τη ψυ­χή σου»• εί­ναι θά­να­τος για την ψυ­χή σου. Εί­ναι με­γά­λο α­μάρ­τη­μα να πης ό­τι το φα­γη­τό δεν εί­ναι κα­λό, δι­ό­τι η γυ­ναί­κα εί­ναι α­δύ­να­τος άν­θρω­πος• μπο­ρεί να έ­χη κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, να έ­χη κά­ποι­α δυ­σκο­λί­α. Μπο­ρεί ο α­δελ­φός, ο μο­να­χός, να ή­ταν άρ­ρω­στος, κου­ρα­σμέ­νος, να σκε­πτό­ταν κά­τι και να κά­η­κε λί­γο το φα­γη­τό. Δεν χά­λα­σε ο κό­σμος. Έ­τσι ευ­λο­γεί ο Θε­ός το μο­να­στή­ρι, έ­τσι ευ­λο­γεί και τα σπί­τια μας• δι­ό­τι και το σπί­τι μας εί­ναι μο­να­στή­ρι. Πλη­γώ­νε­ται ο άλ­λος. Γι' αυ­τό λέ­γει• «ε­ρεύ­νη­σον σε­αυ­τόν ει ης συ α­κού­σας πα­ρ' άλ­λου πώς έ­μελ­λες θλί­βε­σθαι, και α­να­παύ­η». Δεν ξεύ­ρεις ό­τι, αν σου το έ­λε­γαν αυ­τό ε­σέ­να, θα στε­νο­χω­ρι­ό­σουν; Για­τί ε­σύ στε­νο­χω­ρείς την γυ­ναί­κα σου ή τον α­δελ­φό σου;
Και συ­νε­χί­ζει ο αβ­βάς Η­σα­ΐ­ας: «Ε­άν ψάλ­λη­τε με­τ' αλ­λή­λων», ε­άν ψάλ­λε­τε, ε­άν τρα­γου­δά­τε, «και εις πλα­νη­θή εις λέ­ξιν», και κά­ποι­ος κά­νει λά­θος, «μη τα­χέ­ως εί­πη­τε αυ­τώ και τα­ρά­ξη­τε αυ­τόν»(26), μην του πή­τε «σώ­πα, λά­θος έ­κα­νες», δι­ό­τι θα τον τα­ρά­ξε­τε και ό­ταν θα θε­λή­ση να ψά­λη ή να τρα­γου­δή­ση, θα κά­νη συ­νε­χώς λά­θη. Έ­τσι δη­μι­ουρ­γούν­ται τα προ­βλή­μα­τα στις ψυ­χές των αν­θρώ­πων.
Βε­βαί­ως, αυ­τά ι­σχύ­ουν για τους μο­να­χούς, εί­ναι ό­μως υ­πό­δειγ­μα και για την οι­κο­γέ­νεια που δη­μι­ουρ­γούν οι σύ­ζυ­γοι. Ας δού­με ό­μως ει­δι­κώ­τε­ρα την ζω­ή μας μέ­σα στον κό­σμο.
Κά­πο­τε που τα­ξί­δευ­α νύ­κτα με τραί­νο και χά­λα­σε και μας κα­τέ­βα­σε άλ­λου, συ­νήν­τη­σα έ­ναν η­λι­κι­ω­μέ­νο ι­ε­ρέ­α, με μια ι­ε­ρο­πρε­πε­στά­τη γε­νειά­δα. Με πλη­σιά­ζει -ή­μουν α­κό­μη νέ­ος, μό­λις εί­χα χει­ρο­το­νη­θή, ού­τε γέ­νεια σχε­δόν δεν εί­χα- και με πο­λύ σε­βα­σμό με ρω­τά: Εί­σθε ι­ε­ρεύς; Εί­σθε αρ­χι­μαν­δρί­της; Αρ­χι­μαν­δρί­της, του α­παν­τώ, και έ­σκυ­ψε να μου φι­λή­ση το χέ­ρι αυ­τός ο άν­θρω­πος, για τον ο­ποί­ον έ­μα­θα εκ των υ­στέ­ρων ό­τι ή­το ά­γιος. Τό­τε τον ε­ρω­τώ: Ε­σείς τι εί­σθε; Εί­μαι η­γού­με­νος δε­κα­τεσ­σά­ρων παι­δι­ών, ε­πτά εν τη ζω­ή και ε­πτά η­σφα­λι­σμέ­νων εν τω ου­ρα­νώ. Τα ε­πτά τα ε­ξη­σφά­λι­σα και πα­λεύ­ω να ε­ξα­σφα­λί­σω τα άλ­λα ε­πτά.
Ό­λοι μας ζού­με την ί­δια ζω­ή, στην αγ­κα­λιά του Ι­η­σού Χρι­στού. Υ­πάρ­χει ό­μως μια δι­α­φο­ρά α­νά­με­σα στο μο­να­στή­ρι και στον γά­μο. Στο μο­να­στή­ρι εί­ναι ό­λα φτι­αγ­μέ­να εύ­κο­λα, ε­νώ στον γά­μο εί­ναι δύ­σκο­λα. Χρει­ά­ζε­ται να γυ­μνά­ζω­με πο­λύ κα­λά τα μπρά­τσα μας και τις καρ­δι­ές μας, για να αν­τέ­χω­με στις δυ­σκο­λί­ες της ζω­ής. Στο μο­να­στή­ρι αλ­λοι­ώς ζη, αλ­λοι­ώς πο­ρεύ­ε­ται ο άν­θρω­πος. Να σας πω έ­να πα­ρά­δειγ­μα.
Έ­χο­με στο Ά­γιον Ό­ρος έ­ναν η­γού­με­νο. Χα­ρι­τω­μέ­νος άν­θρω­πος, να του φι­λάς και τα δύ­ο χέ­ρια. Εί­ναι α­πλός, ό­χι πο­λύ μορ­φω­μέ­νος. Πώς ήλ­θε στο Ά­γιον Ό­ρος; Ό­ταν ή­ταν δε­κα­έ­ξι ε­τών, βλέ­πει την Πα­να­γί­α να τον ε­πι­σκέ­πτε­ται και να του λέ­γη: Θα σου δεί­ξω κά­τι που δεν το γνω­ρί­ζεις. Θα σου δεί­ξω το Ά­γιον Ό­ρος. Και σε ό­ρα­μα του έ­δει­ξε ό­λο το Ά­γιον Ό­ρος. Ύ­στε­ρα του έ­βα­λε μπρο­στά του έ­να συγ­κε­κρι­μέ­νο μο­να­στή­ρι και του λέ­γει: Θέ­λω να πας σε αυ­τό το μο­να­στή­ρι. Πώς λέ­γε­ται, Πα­να­γί­α μου, το μο­να­στή­ρι αυ­τό; Του εί­πε το ό­νο­μα του μο­να­στη­ριού, δεν σας το λέ­γω ό­μως, για­τί ά­μα σας το πω, θα κα­τα­λά­βε­τε ποι­ος εί­ναι. Φεύ­γει α­πό το σπί­τι το παι­δί -Θε­ό­κλη­τος, Μα­ρι­ό­κλη­τος, Πα­να­γι­ό­κλη­τος, πώς να τον ο­νο­μά­ση κα­νείς, α­φού τον κά­λε­σε η Πα­να­γί­α! - και πά­ει στο μο­να­στή­ρι. Βλέ­πε­τε, άλ­λος εί­ναι ο τρό­πος με τον ο­ποί­ον πη­γαί­νουν οι μο­να­χοί στα μο­να­στή­ρια, άλ­λα τα σκιρ­τή­μα­τα, άλ­λες οι α­φε­τη­ρί­ες, άλ­λα τα βι­ώ­μα­τα. Τον κα­τα­λα­βαί­νει ο πα­τέ­ρας του και τρέ­χει για να τον προ­λά­βη. Το παι­δί μπαί­νει σε έ­να κα­ρά­βι για να τα­ξι­δέ­ψη. Ο πα­τέ­ρας το υ­πο­ψι­ά­σθη­κε και μπαί­νει και αυ­τός. Το παι­δί έ­βλε­πε τον πα­τέ­ρα, αλ­λά ο πα­τέ­ρας δεν το έ­βλε­πε. Του σκέ­πα­ζε τα μά­τια ο Θε­ός. Στο ί­διο κα­ρά­βι ή­ταν, περ­νού­σε ο έ­νας δί­πλα στον άλ­λον, πή­γαι­ναν να φά­νε, ο πα­τέ­ρας δεν έ­βλε­πε το παι­δί. Πα­ρα­πο­νι­ό­ταν σε ό­λους, φώ­να­ζε: Έ­να παι­δί και μου φεύ­γει και αυ­τό, για να πά­η στο μο­να­στή­ρι. Ό­μως δεν τον εί­δε, δι­ό­τι τον προ­στά­τευ­ε η Πα­να­γί­α. Εν συ­νε­χεί­α, φθά­νει σε έ­να λι­μα­νά­κι, σε έ­ναν δεύ­τε­ρο αρ­σα­νά. Θαύ­μα­ζε, δι­ό­τι ό­λα του ή­ταν γνω­στά. Του τα εί­χε δεί­ξει ό­λα η Πα­να­γί­α. Τε­λι­κά έ­φθα­σε στο μο­να­στή­ρι, που η Πα­να­γί­α του χά­ρι­σε. Ε­πο­μέ­νως, το μο­να­στή­ρι εί­ναι έ­νας γά­μος μυ­στι­κός με τον Χρι­στόν.
Ο γά­μος τι εί­ναι; Εί­πα­με ό­τι και ο γά­μος εί­ναι έ­να άλ­λο μο­να­στη­ρά­κι. Εί­ναι έ­να μυ­στή­ριο, δι­ό­τι με τον γά­μο γι­νό­μα­στε «σάρ­κα μί­α»(27). Τι ση­μαί­νει αυ­τό; Ό­τι, ό­πως ε­μέ­να μου δί­νει ο Θε­ός χά­ρι­σμα να γί­νω μο­να­χός στο συγ­κε­κρι­μέ­νο μο­να­στή­ρι και να ε­πι­τύ­χω σε αυ­τό, έ­τσι δί­νει χά­ρι­σμα και στον έγ­γα­μο άν­θρω­πο. Οι δύ­ο γί­νον­ται έ­νας άν­θρω­πος ε­νώ­πιον του Θε­ού. Τους α­να­λαμ­βά­νει ο ί­διος ο Χρι­στός και τους φορ­τώ­νε­ται στην δι­κή του σάρ­κα.
Ο α­πό­στο­λος Πέ­τρος, α­να­φε­ρό­με­νος στο μυ­στή­ριο του γά­μου και α­πευ­θυ­νό­με­νος στις γυ­ναί­κες, λέ­γει ό­τι ο στο­λι­σμός της γυ­ναί­κας συ­νί­στα­ται «εν τω α­φθάρ­τω του πρα­έ­ος και η­συ­χί­ου πνεύ­μα­τος, ο ε­στίν ε­νώ­πιον του Θε­ού πο­λυ­τε­λές»(28) Η γυ­ναί­κα πρέ­πει να δεί­χνη στον άν­δρα της πρα­ό­τη­τα και η­ρε­μί­α. Να μην καυ­γα­δί­ζη με τον άν­δρα, να μην ε­πι­τί­θε­ται, να μην ε­κνευ­ρί­ζε­ται, να μη στε­νο­χω­ρι­έ­ται. Να εί­ναι πρά­ος άν­θρω­πος. Για­τί το λέ­γει αυ­τό στις γυ­ναί­κες, ε­νώ δεν λέ­γει στον άν­δρα να εί­σαι πρά­ος, να εί­σαι ή­ρε­μος; Δι­ό­τι οι άν­δρες εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κοί, έ­χουν άλ­λη καρ­διά, άλ­λον ψυ­χι­σμό. Αυ­τοί μπο­ρούν εύ­κο­λα να ε­ξά­πτων­ται, έ­χουν ε­γω­ι­σμό. Ά­μα του πη κά­τι η γυ­ναί­κα, το κρα­τά­ει μέ­σα του και αρ­χί­ζει να την υ­πο­ψι­ά­ζε­ται. Συμ­βου­λεύ­ει λοι­πόν την γυ­ναί­κα: Να εί­σαι ή­ρε­μη, να έ­χης πρα­ό­τη­τα, να κά­νης ό,τι σου λέ­γει ο άν­δρας σου. Και αν σε κτυ­πή­ση, χα­μο­γέ­λα­σέ του, φί­λη­σέ τον και θα τον κά­νης αρ­νά­κι. Ε­άν δεί­ξης στα­θε­ρό­τη­τα, τό­τε έ­χεις έ­να πο­λυ­τι­μό­τα­το α­πό­κτη­μα, έ­χεις έ­να σπου­δαί­ο πλε­ο­νέ­κτη­μα ε­νώ­πιον του Θε­ού και των αν­θρώ­πων, δι­ό­τι η συ­ζυ­γί­α σας θα εί­ναι κα­θη­με­ρι­νή α­γά­πη.
Εν συ­νε­χεί­α λέ­γει στους άν­δρες: «Οι άν­δρες συ­νοι­κούν­τες κα­τά γνώ­σιν». Ε­σύ δη­λα­δή που α­πέ­κτη­σες γυ­ναί­κα και ζης μα­ζί της, να ζης «κα­τά γνώ­σιν». Να ξεύ­ρης τι ζη­τά­ει η καρ­διά της γυ­ναί­κας, να ξεύ­ρης την ι­στο­ρί­α της που σου δι­η­γή­θη­κε α­πό την πρώ­τη η­μέ­ρα που σε γνώ­ρι­σε, να μην ξε­χά­σης τί­πο­τε α­πό ό­σα σου εί­πε. Α­κό­μη, να ξεύ­ρης την ψυ­χο­λο­γί­α της, δι­ό­τι ο άν­δρας και η γυ­ναί­κα δεν εί­ναι το ί­διο πράγ­μα. Άλ­λα θέ­λω ε­γώ, άλ­λα θέ­λει ε­κεί­νη. Αλ­λού τρέ­χω ε­γώ, αλ­λού τρέ­χει ε­κεί­νη. Αλ­λοι­ώς μας έ­πλα­σε ο Θε­ός. Άρ­σεν και θή­λυ έ­πλα­σε, για να συν­δέ­ων­ται, να συ­νε­νούν­ται τα δι­α­φο­ρε­τι­κά και να προ­κύ­πτη μί­α τε­λει­ό­τη­τα. Ε­πί­σης, να δεί­χνης ό­τι α­γα­πάς την γυ­ναί­κα σου, ό­τι την θυ­μά­σαι, ό­τι προ­σέ­χεις κά­θε α­νάγ­κη της. Πώς ό­μως; Ό­χι με υ­πε­ρη­φά­νεια αλ­λά «ως α­σθε­νε­στέ­ρω σκεύ­ει τω γυ­ναι­κεί­ω α­πο­νέ­μον­τες τι­μήν»(29). Στην γυ­ναί­κα λέ­γει να έ­χη πρα­ό­τη­τα προς τον άν­δρα. Στον άν­δρα λέ­γει να τι­μά την γυ­ναί­κα του. Ό­ταν δεν τι­μάς την γυ­ναί­κα σου, μπο­ρεί να σπά­ση σαν έ­να πο­τη­ρά­κι, χω­ρίς μά­λι­στα να το κα­τα­λά­βης. Ε­σύ θα θέ­λης κά­τι, θα ε­πι­μέ­νης, θα φω­νά­ζης, θα υ­βρί­ζης, θα πα­ρε­ξη­γή­σαι, «μα δεν μου το έ­κα­νες αυ­τό, μα δεν μου το έ­δω­σες», αλ­λά δεν κα­τά­λα­βες ό­τι έ­σπα­σε η καρ­διά της γυ­ναί­κας σου. Και ά­μα σπά­ση, έ­στω και αν ρα­γί­ση, δύ­σκο­λα α­πο­κα­θί­στα­ται. Τι ω­ραί­α που τα λέ­γει ο Α­πό­στο­λος! Πού τα ή­ξευ­ραν αυ­τά οι ευ­λο­γη­μέ­νοι ά­γιοι; Μα, α­πό την α­γι­ό­τη­τα πη­γά­ζουν και α­πορ­ρέ­ουν αυ­τά.
Θέ­λει λοι­πόν τι­μή η γυ­ναί­κα, δι­ό­τι εί­ναι λε­πτή και ευ­αί­σθη­τη. Πρέ­πει ε­σύ, άν­δρα, να το κά­νης αυ­τό, δι­ό­τι «εί­σθε συγ­κλη­ρο­νό­μοι χά­ρι­τος ζω­ής», δι­ό­τι πή­ρα­τε έ­να χά­ρι­σμα και οι δυ­ο μα­ζί. Το λα­χεί­ο που σας έ­δω­σε ο Θε­ός, δεν εί­ναι μό­νον για σέ­να ή μό­νον για ε­κεί­νην, εί­ναι και για τους δυ­ο σας. Εί­σθε συγ­κλη­ρο­νό­μοι, θα κλη­ρο­νο­μή­σε­τε μα­ζί την αι­ώ­νια ζω­ή. Και ό­λα αυ­τά τα λέ­γει, «εις το μη εγ­κό­πτε­σθαι τας προ­σευ­χάς υ­μών»(30). Ε­άν δη­λα­δή ε­σύ, γυ­ναί­κα, δεν εί­σαι πρά­ος άν­θρω­πος και αν ε­σύ, άν­δρα, δεν σέ­βε­σαι την γυ­ναί­κα σου, δεν την τι­μάς, δεν θα μπο­ρέ­σε­τε πο­τέ να κά­νε­τε προ­σευ­χή. Δι­ό­τι η μί­α σαρξ -«εις σάρ­κα μί­αν έ­σον­ται»- γί­νε­ται πολ­λές σάρ­κες. Γί­νε­ται μί­α κα­τα­πλη­γω­μέ­νη σάρ­κα. Και ε­πο­μέ­νως, έ­χο­με συ­νε­χώς συγ­κρού­σεις, προ­βλή­μα­τα, πα­ρά­πο­να. Έ­χω πα­ρά­πο­να ε­γώ α­πό ε­σέ­να, ε­σύ α­πό ε­μέ­να. Ε­γώ θα πά­ω στον φί­λο μου να πα­ρα­πο­νε­θώ για την γυ­ναί­κα μου και συ θα πας στην φί­λη σου να πα­ρα­πο­νε­θής για τον άν­δρα σου. Έ­τσι, ε­πει­δή δεν θα έ­χω­με η­ρε­μί­α, χα­ρά και ει­ρή­νη, δεν θα μπο­ρού­με να προ­σευ­χη­θού­με και η ζω­ή μας θα εί­ναι γε­μά­τη μι­ζέ­ρια. Αν θέ­λω­με να φθά­σω­με στον Θε­όν, λέ­γει, πρέ­πει να σκε­πτώ­με­θα κοι­νω­νι­κά. Βλέ­πε­τε ό­τι το μο­να­στή­ρι εί­ναι και μέ­σα στον κό­σμο;
Η μο­να­χι­κή ζω­ή εί­ναι υ­πό­δειγ­μα αν­θρω­πί­νης κοι­νω­νί­ας. Ού­τε η δη­μο­κρα­τί­α μπο­ρεί να έ­χη την τε­λει­ό­τη­τα αυ­τή, ού­τε η βα­σι­λεί­α ού­τε ο σο­σι­α­λι­σμός. Κα­νέ­να σύ­στη­μα δεν ε­πι­τυγ­χά­νει την τε­λει­ό­τη­τα της μο­να­χι­κής πο­λι­τεί­ας. Δι­ό­τι εί­ναι πραγ­μα­τι­κά μί­α κοι­νω­νί­α αγ­γε­λι­κή, θα έ­λε­γα πα­τε­ρι­κή, δη­λα­δή ό­πως ζού­σαν οι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας. Αλ­λά και η έγ­γα­μος κοι­νω­νί­α μας, οι σχέ­σεις μας στον κό­σμο εί­ναι μυ­στη­ρια­κές.
Ε­άν δεν ζού­με ει­ρη­νι­κά αλ­λά με έ­ρι­δες, «ου­χί σαρ­κι­κοί ε­στε;» λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος(31). Ό­ταν φι­λο­νει­κή­τε, ό­ταν πλη­γώ­νε­σθε, δεν εί­σθε σαρ­κι­κοί άν­θρω­ποι; Πό­σο βα­ρύς εί­ναι αυ­τός ο λό­γος του α­πο­στό­λου Παύ­λου!
Για να γί­νη λοι­πόν κα­νείς μο­να­χός, πρέ­πει να εί­ναι κοι­νω­νι­κός, χα­ρι­τω­μέ­νος, να α­νέ­χε­ται ό,τι κά­νουν οι άλ­λοι, να τι­μά τους άλ­λους, να έ­χη την προ­αί­ρε­σι του άλ­λου, δη­λα­δή να μην αρ­νή­ται την γνώ­μη των άλ­λων, έ­στω και αν έ­χη ε­κεί­νος την ορ­θή γνώ­μη. Ό­μως πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πρέ­πει να εί­μα­στε κοι­νω­νι­κοί και χα­ρι­τω­μέ­νοι στον κό­σμο, ό­που οι άλ­λοι βι­ά­ζον­ται, κου­ρά­ζον­ται, τρώ­ει ο έ­νας τον άλ­λον.
Ε­άν ζού­με σύμ­φω­να με ό­σα μας λέ­γουν οι ά­γιοι, τό­τε, θέ­λο­με δεν θέ­λο­με, η καρ­διά μας θα γε­μί­ση α­πό ου­ρά­νια προ­σευ­χή. Ε­πί­σης, θα μπο­ρού­με να λέ­με για το σπί­τι μας, «ο Χρι­στός εν τω μέ­σω η­μών», ο Χρι­στός εί­ναι α­νά­με­σά μας, ό­πως λέ­γουν οι ι­ε­ρείς. Δεν θα το πού­με αυ­τό, ό­ταν κά­νω­με με­γά­λες προ­σευ­χές, με­γά­λες νη­στεί­ες, πά­με στην εκ­κλη­σί­α, στα προ­σκυ­νή­μα­τα, κά­νω­με κα­τη­χη­τι­κά. Ό­λα αυ­τά εί­ναι κα­λά, αλ­λά θε­μέ­λιο αυ­τών εί­ναι ό­σα μας λέ­γουν ε­δώ οι ά­γιοι. Τε­λει­ώ­νον­τας θα σας δι­α­βά­σω δυ­ο γραμ­μές α­πό έ­ναν λό­γο του Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου: «Προ­πη­δά­τω ο της πα­ρα­κλή­σε­ως λό­γος των λοι­πών σου ρη­μά­των, κυ­ρών σου την του πλη­σί­ον α­γά­πην»(32). Ε­σύ που εί­σαι στο μο­να­στή­ρι, ό­ταν πλη­σί­α­σης τον α­δελ­φό σου, ε­σύ που εί­σαι σύ­ζυ­γος, ό­ταν πλη­σί­α­σης τον ή την σύ­ζυ­γό σου, ε­σύ που εί­σαι πα­τέ­ρας, μη­τέ­ρα, ό­ταν πλη­σί­α­σης το παι­δί σου, «προ­πη­δά­τω ο της πα­ρα­κλή­σε­ως λό­γος». Ό,τι θα του πης, ό,τι σκέ­πτε­σαι να του πης, πες το, α­φού πρώ­τα του πης δυ­ο κου­βέν­τες που θα του δώ­σουν χα­ρά, πα­ρη­γο­ριά, μια α­νά­σα. Να τον κά­νης να πη, α­να­κου­φί­σθη­κα, χά­ρη­κα! Να κά­νε­τε τους άλ­λους να σας κα­μα­ρώ­νουν, να σας α­γα­πούν, να χο­ρο­πη­δούν α­πό την χα­ρά τους, ό­ταν σας συ­ναν­τούν. Δι­ό­τι ό­λοι οι άν­θρω­ποι στην ζω­ή τους, στο σπί­τι τους, στο σώ­μα τους και στην ψυ­χή τους έ­χουν πό­νο, αρ­ρώ­στι­ες, δυ­σκο­λί­ες, βά­σα­να, και ο κα­θέ­νας κρύ­βει τον πό­νο μέ­σα στο πουγ­γί του το κρυ­φό, μέ­σα στην καρ­διά του, στο σπί­τι του, για να μην τον ξεύ­ρουν οι άλ­λοι. Έ­τσι ε­γώ δεν ξεύ­ρω τι πό­νο έ­χεις ε­σύ και ε­σύ δεν ξεύ­ρεις τι πό­νο έ­χω ε­γώ. Μπο­ρεί να γε­λώ, να φω­νά­ζω, να παί­ζω, αλ­λά κα­τά βά­θος πο­νώ και γε­λώ και φω­νά­ζω, για να σκε­πά­σω την λύ­πη μου. Γι' αυ­τό δώ­σε στον άλ­λον πρώ­τα έ­να χα­μό­γε­λο.
Και συ­νε­χί­ζει: «Τι­θέ­σθω... εν φαι­δρώ τω προ­σώ­πω, ί­να δως ευ­φρο­σύ­νην τω σοι δι­α­λε­γο­μέ­νω». Α­φού κά­νης τον άλ­λον να χα­μο­γε­λά­ση, το πρό­σω­πό σου ας μη στα­μα­τή­ση να εί­ναι χα­μο­γε­λα­στό• αυ­τό ση­μαί­νει «εν φαι­δρώ τω προ­σώ­πω». Ή­λιος ο­λό­λαμ­προς να εί­ναι το πρό­σω­πό σου, ώ­στε και κα­τά την συ­ζή­τη­σι που θα κά­νης να συ­νε­χί­ζη να νοι­ώ­θη την ί­δια ευ­φρο­σύ­νη. «Εν παν­τί κα­τορ­θώ­μα­τι του πλη­σί­ον σου ευ­φραί­νου»• για ό­ποι­ο κα­τόρ­θω­μα και χά­ρι­σμα έ­χει ο πλη­σί­ον, να χαί­ρε­σαι μα­ζί του. «Σα γάρ ει­σι τα ε­κεί­νου κα­τορ­θώ­μα­τα, ως και τα σα ε­κεί­νου». Να γί­νε­σθε ο έ­νας συμ­μέ­το­χος του άλ­λου.
Με αυ­τόν τον τρό­πο γί­νε­ται η συ­νάν­τη­σις των μο­να­χών και των εγ­γά­μων, των α­γί­ων και των α­μαρ­τω­λών, μέ­σα σε αυ­τόν τον κοι­νω­νι­κό στί­βο, ώ­στε να μας δί­νη το δι­καί­ω­μα και την δυ­να­τό­τη­τα να κά­νω­με προ­σευ­χή. Και ό­ταν κά­νω­με προ­σευ­χή, λέ­γον­τας την ευ­χή, βά­ζο­με ό­λους τους αν­θρώ­πους μέ­σα στο «Κύ­ρι­ε Ι­η­σού Χρι­στέ, ε­λέ­η­σόν με». Τον άν­δρα μου πρώ­τα, τον α­δελ­φό μου, το παι­δί μου και ό­λον τον κό­σμο. Βλέ­πον­τας ο Θε­ός αυ­τήν την α­γά­πη­σι, αυ­τόν τον πα­ρά­δει­σο στην καρ­διά μου, η καρ­διά μου να τους έ­χη χω­ρέ­σει ό­λους, τό­τε ο Θε­ός εί­ναι α­δύ­να­τον να μη χω­ρέ­ση στον πα­ρά­δει­σο και ε­μέ­να και ε­σάς.


Ση­μει­ώ­σεις
*. Ο­μι­λί­α στην Λάρ­να­κα Κύ­πρου, 23 'Οκτωβρίου 1988.
1. Συ­να­ξά­ριον 23ης Ο­κτω­βρί­ου • ΣΑΒΒΑ ΑΓΌΥΡΙΔΗ, Ι­ά­κω­βος Α­δελ­φό­θε­ος, ΘΗΕ, τ. 6, στ. 624-626.
2. Γέν. 3,4.
3. Πράξ. 15• Γαλ. 2, 11-21• βλ. σχε­τι­κώς και ΣΑΒΒΑ ΑΓΟΥΡΙΔΗ, «Ι­ε­ρου­σα­λήμ», η Α­πο­στο­λι­κή Σύ­νο­δος, ΘΗΕ, τ. 6, στ. 827-829.
4. Υ­πό­μνη­μα εις τον ά­γιον Ι­ά­κω­βον Α­πό­στο­λον και Α­δελ­φό­θε­ον, PG 115, 201ΑΒ• ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, «Ερ­μη­νεί­α εις τας ε­πτά κα­θο­λι­κάς α­πο­στο­λάς», εκδ. Ορ­θό­δο­ξος Κυ­ψέ­λη, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1986, σελ. 33.
5. Α ' Κορ. 12, 26-27.
6. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «Εις την Γέ­νε­σιν ο­μι­λί­α» 33, 3, PG53, 309.
7. Ματθ. 20, 28.
8. Βλ. Εφ. 5, 25.
9. Α’ Ι­ω. 4, 19.
10. Εφ. 4, 2.
11. Εφ. 4,32.
12. Φι­λιππ. 2,4.
13. «Α­πο­φθέγ­μα­τα Γε­ρόν­των, αβ­βά Α­πολ­λώ 3, PG 65, 136Β.
14. Βλ. Μ. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Το κεί­με­νον των κα­νό­νων 62• ΔΗΜ. Α. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΥ, «Οι μο­να­χι­κοί θε­σμοί εν τη, Α­πο­στο­λι­κή Ορ­θο­δό­ξω Εκ­κλη­σί­α», Εν Λει­ψί­α 1907, σελ. 41.
15. Βλ. Μ. Α­θΑ­ΝΑ­ΣΙ­Ο­Υ, «Βί­ος και Πο­λι­τεί­α του ο­σί­ου Αν­τω­νί­ου 73», PG 26, 945Α.
16. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, «Κλί­μαξ 4, Πε­ρί της μα­κα­ρί­ας και α­ει­μνή­στου υ­πα­κο­ής», PG 88, 685Α.
17. Ε­πι­τί­μια 5», PG 3 1, 1305D.
18. «Ε­πι­στο­λή 2, 5», PG 32, 229C-232A.
19. Βλ. «Πε­ρί ε­ξα­γο­ρεύ­σε­ως και των ταύ­της δι­α­λύ­σε­ων κα­νό­νες 3», PG 99, 1724Α.
20. Βλ. «Τα κα­θη­με­ρι­νά ε­πι­τί­μια των μο­να­χών 44», PG 99, 1753Β.
21. Βλ. «Συγ­γράμ­μα­τα, Τυ­πι­κή Δι­α­θή­κη, α­πό των ε­πι­τό­μων του Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου κα­νό­νων ε­κλο­γή 9», τ. 2, (εκδ.) Ι. Ε. Στε­φα­νής, εκδ. Ι. Μ. Α­γί­ου Νε­ο­φύ­του, Πά­φος 1998, σελ. 65, στιχ. 15-16.
22. «Έ­πι­τί­μια εις τας Κα­νο­νι­κάς 16», PG 31, 1316C.
23. «Ε­πι­στο­λή 2, 312, PG 79, 353Α.

24. Λό­γος 3, 4, σσ. 45-46.
25. Ε­πι­στο­λή 4, 41, PG79, 569C.
26. Λό­γος 5, σελ. 61
27. Εφ. 5,31.
28. Α ' Πέ­τρ. 3, 4.
29. Α’ Πε­τρ. 3, 7.
30. Α' Πέ­τρ. 3,7.
31. Α’ Κορ. 3,4.

32. Λό­γος α­σκη­τι­κός 8, PG 31, 644Β.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...