"Όταν ο Χριστός μας 2000 χρόνια πριν έλεγε στους μαθητές και Αποστόλους του να πάνε σ’ όλη τη γη και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας (Ματθ. 28, 19) είναι βέβαιο ότι γνώριζε ήδη πως η ανθρώπινη εφευρετικότητα θα άνοιγε νέους ορίζοντες προκειμένου να καταργήσει τις αποστάσεις, να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και άρα να αυξήσει την διεισδυτικότητα του Θείου Λόγου.
Σήμερα μπροστά στην πραγματικότητα της απίστευτης διάδοσης των νέων τεχνολογιών και κυρίως της προσβασιμότητας στο ίντερνετ από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον πλανήτη είναι προφανές ότι η έννοια του ευαγγελισμού δηλαδή της διάδοσης του Λόγου του Θεού στα μήκη και τα πλάτη της γης αποκτά και νέες διαστάσεις και προοπτικές.
To internet αποτελεί ένα μοναδικό «εργαλείο» για την προσέγγιση ειδικά των νέων ανθρώπων, ένα συγκλονιστικό περιβάλλον στο οποίο οι νέες ιδέες και βέβαια οι πάντα επίκαιρες αξίες του Ευαγγελίου μπορούν να βρουν γόνιμο έδαφος να ανθίσουν".

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣH:
ΣΑΒΒΑΤΟ 14/10 και ΠΕΜΠΤΗ 19/10 ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΕΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ.

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

ΠΟΣΟ ΧΡΟΝΟ ΕΧΕΙΣ; - π. Δημητρίου Μπόκου


Σὲ μιὰ θαυ­μα­στὴ ἀ­πο­κά­λυ­ψη ὁ χα­ρι­σμα­τι­κὸς Ρου­μά­νος γέ­ρον­τας Ἀρ­σέ­νιος Μπό­κα (1910-1989) εἶ­δε μιὰ με­γά­λη σύ­να­ξη δαι­μό­νων, ὅ­που ὁ ἀρ­χη­γός τους ζή­τη­σε νὰ σκε­φθοῦν τὸ με­γα­λύ­τε­ρο δέ­λε­αρ γιὰ νὰ πα­ρα­σύ­ρουν ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους.

Ἕ­νας δαί­μο­νας εἶ­πε νὰ τοὺς ὑ­πο­βά­λουν τὸν λο­γι­σμὸ πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός. Ἕ­νας ἄλ­λος πρό­τει­νε νὰ τοὺς ἀ­φή­σουν νὰ πι­στεύ­ουν στὸν Θε­ό, ἀλ­λὰ νὰ τοὺς πεί­σουν ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε πα­ρά­δει­σος οὔ­τε κό­λα­ση οὔ­τε ζω­ὴ πέ­ρ’ ἀ­πὸ τὸν τά­φο.

Ὁ δι­ά­βο­λος δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ή­θη­κε πλή­ρως, γι­’­αὐ­τὸ ἕ­να τρί­το δαι­μό­νιο εἶ­πε: «Κα­λύ­τε­ρα νὰ ἐ­παι­νοῦ­με τοὺς ἀν­θρώ­πους γιὰ τὴν πί­στη στὸν Θε­ό, στὸν πα­ρά­δει­σο, στὴν κό­λα­ση καὶ στὴν τε­λι­κὴ κρί­ση, ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να νὰ τοὺς ψι­θυ­ρί­ζου­με ἀ­δι­ά­κο­πα: “Μὴ βι­ά­ζε­στε νὰ με­τα­νο­ή­σε­τε! Ἀ­φῆ­στε το αὐ­τὸ γιὰ τὰ γε­ρά­μα­τά σας. Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι ἀ­κό­μα μα­κριά. Τώ­ρα χα­ρῆ­τε τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς ζω­ῆς καὶ ἱ­κα­νο­ποι­ῆ­στε ὅ­λες τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες σας, μιὰ καὶ ἔ­χε­τε ἀρ­κε­τὸ χρό­νο μπρο­στά σας!” Ἀ­πο­κοι­μί­ζον­τάς τους λοι­πὸν συ­νέ­χεια μ’ αὐ­τὸν τὸν δε­λε­α­στι­κὸ λο­γι­σμό, δὲν θὰ κα­τα­λα­βαί­νουν κα­θό­λου πῶς θὰ περ­νά­ει ὁ και­ρός. Δὲν θὰ παίρ­νουν εἴ­δη­ση πό­τε θά ‘ρχε­ται τὸ τέ­λος τους. Ὁ θά­να­τος θὰ κα­τα­φθά­νει ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, θὰ τοὺς βρί­σκει ἀ­προ­ε­τοί­μα­στους καὶ θὰ γί­νον­ται ἔ­τσι γιὰ πάν­τα δι­κοί μας».

Τό­τε ὁ δι­ά­βο­λος γε­μά­τος ἐν­θου­σια­σμό, χα­ρὰ καὶ βι­α­στι­κὴ λα­χτά­ρα τοὺς εἶ­πε: «Ὄν­τως, αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος τρό­πος γιὰ νὰ ξε­γε­λοῦ­με τοὺς ἀν­θρώ­πους. Τρέξ­τε λοι­πόν νὰ κά­νε­τε ὅ­πως ἀ­κού­σα­τε ἀ­π’ τὸν συ­νά­δελ­φό σας!»

Μή­πως ἔ­χει δί­κιο ὁ πρω­το­μά­στο­ρας τῆς πο­νη­ριᾶς; Μή­πως ἡ ἀ­λό­γι­στη σπα­τά­λη τοῦ χρό­νου, θη­σαυ­ροῦ ἀ­νε­κτί­μη­του, ἀλ­λ’ ὄ­χι καὶ ἀ­νε­ξάν­τλη­του, εἶ­ναι τε­λι­κὰ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­νο­η­σί­α; Για­τί ἄ­ρα­γε ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ κά­θε μέ­ρα μᾶς ἐ­γεί­ρει «ἐκ τῆς κλί­νης καὶ τοῦ ὕ­πνου» καὶ πα­ρα­τεί­νει τὸν χρό­νο τῆς ζω­ῆς μας; Γιὰ νὰ πα­ρα­δο­θοῦν οἱ καρ­δι­ές μας σὲ κραι­πά­λη, μέ­θη καὶ μέ­ρι­μνες βιοτικές; (Λουκ. 21, 34). Ἢ μή­πως γιὰ νὰ μᾶς δο­θοῦν πο­λύ­τι­μες εὐ­και­ρί­ες νὰ γνω­ρίσου­με τὸ θέ­λη­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψου­με τὴν ἀ­φρο­σύ­νη τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ ἔτσι ἀ­πὸ ἄ­σο­φοι νὰ γί­νουμε σο­φοί; (Ἐ­φ. 5, 15-20).

Καὶ για­τί, ἀ­λή­θεια, θε­ω­ροῦ­με ἀ­νε­ξάν­τλη­το τὸν χρό­νο μας; Ποι­ός μᾶς τὸ ἐγ­γυᾶ­ται αὐ­τό; Μό­νο ὁ δι­ά­βο­λος, ποὺ πα­σχί­ζει μὲ κά­θε τρό­πο νὰ μᾶς ξε­γε­λά­ει καὶ νὰ μᾶς ἀ­πο­κοι­μί­ζει μὲ τὴ δια­ρκῆ ἀ­να­βο­λή. Τί λέ­ει ὁ Χρι­στός; Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το: «Γρη­γο­ρεῖ­τε (μεί­νε­τε ξά­γρυ­πνοι), για­τί δὲν γνω­ρί­ζε­τε τὴν ἡ­μέ­ρα οὐ­δὲ τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Ἀν­θρώ­που ἔρ­χε­ται» (Ματθ. 25, 13). Καὶ ὅ­ταν ἔλ­θει Ἐ­κεῖ­νος, ὅ­σοι δα­πα­νή­σα­με ὁ­λό­κλη­ρο τὸν χρό­νο μας στὴν ἁ­μαρ­τί­α θὰ ἐ­κλι­πα­ρή­σου­με γιὰ μιὰ στιγ­μὴ με­τα­νοί­ας καὶ δὲν θὰ μᾶς δο­θεῖ.

Στὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ Νῶ­ε οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀ­γνο­ών­τας τὶς προ­ει­δο­ποι­ή­σεις του, ζοῦ­σαν ἐν­τε­λῶς ἀ­μέ­ρι­μνοι. Ἔ­τρω­γαν, ἔ­πι­ναν, παν­τρεύ­ον­ταν, πω­λοῦ­σαν, ἀ­γό­ρα­ζαν, σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το νὰ μεί­νουν γιὰ πάν­τα στὴ γῆ. Ἦρ­θε ὅ­μως ξαφ­νι­κὰ ὁ κα­τα­κλυ­σμὸς καὶ χά­θη­καν ὅ­λοι (Λουκ. 17, 26-27). Τὸ ἴ­διο δυ­στυ­χῶς συμ­βαί­νει καὶ σὲ μᾶς. Μᾶς νοιά­ζει μό­νο τὸ τώ­ρα. Τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ νὰ πε­ρά­σου­με κα­λά. Καμ­μιὰ σκέ­ψη τί θὰ γί­νει πα­ρα­πέ­ρα. Ζοῦ­με γιὰ τὴ στιγ­μὴ καὶ χά­νου­με τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Ὣς τὴν τε­λευ­ταί­α μας πνο­ὴ νο­μί­ζου­με πὼς ἔ­χου­με και­ρὸ καὶ ὅ­λο ἀ­να­βάλ­λου­με τὸ ἔρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας μας. Δὲν σκε­φτό­μα­στε πο­τὲ ὅτι, «ὡς κλέ­πτης ἐν νυ­κτὶ» (Α΄ Θεσ. 5, 2), θά ’ρ­θει κά­πο­τε τὸ τέ­λος.

Γρά­φει κά­ποι­ος: «Θυ­μᾶ­μαι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ δι­ά­βα­σα κά­που γιὰ ἐ­κεῖ­νον τὸν μελ­λο­θά­να­το στὸν και­ρὸ τῆς Τρο­μο­κρα­τί­ας (ἐν­νο­εῖ τὴ «φω­τι­σμέ­νη» Γαλ­λι­κὴ Ἐ­πα­νά­στα­ση), ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­ά­βα­ζε ἕ­να βι­βλί­ο μέ­σα στὸ κά­ρο ποὺ τὸν πή­γαι­νε στὴν ἀγ­χό­νη καί, πρὶν ἀ­νέ­βει στὴν γκι­λο­τί­να, ση­μά­δε­ψε τὴ σε­λί­δα στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε φτά­σει» (Jacques Bonnet, Βι­βλι­ο­θῆ­κες γε­μά­τες φαν­τά­σμα­τα). Λὲς καὶ θὰ εἶ­χε τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ ξα­να­δι­α­βά­σει! Οὔ­τε ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν πῆ­ρε εἴ­δη­ση ὅ­τι γι’ αὐ­τὸν εἶ­χε ση­μά­νει ὁ­ρι­στι­κὰ πλέ­ον τὸ τέ­λος τοῦ χρό­νου. Πό­σο τοῦ μοι­ά­ζου­με! Ἡ ἁ­μαρ­τί­α δυ­στυ­χῶς φέρ­νει τύ­φλω­ση καὶ πώ­ρω­ση.

Ὡ­σό­του ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ μᾶς δί­νει χρό­νο, ἂς τὸν ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­με συ­νε­τά. Ὁ χρό­νος εἶ­ναι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος θη­σαυ­ρός. Ἂν τὸν σπα­τα­λή­σου­με, δὲν τὸν ξα­να­γο­ρά­ζου­με οὔ­τε μὲ ὅ­λα τὰ λε­φτὰ τοῦ κό­σμου. Δὲν ξα­νάρ­χε­ται πί­σω μὲ τί­πο­τε.

Ἐ­σύ; Πῶς πᾶς ἀ­πὸ χρό­νο; Ἔ­χεις ἀρ­κε­τόν; Μή­πως λὲς κι ἐ­σύ: «Σή­με­ρα ἁ­μαρ­τά­νω καὶ αὔ­ριο με­τα­νο­ῶ;» Ὁ Κύ­ριος κα­νο­νί­ζει τί θὰ γί­νει αὔ­ριο, ὄ­χι ἐ­σύ. Μὴ «σκο­τώ­νεις» λοι­πὸν ἄλ­λο τὸν πο­λύ­τι­μο χρό­νο σου. Κά­νε σή­με­ρα «ἀρ­χὴν με­τα­νοί­ας».

(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 378, Ἰαν. 2015)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...