"Όταν ο Χριστός μας 2000 χρόνια πριν έλεγε στους μαθητές και Αποστόλους του να πάνε σ’ όλη τη γη και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας (Ματθ. 28, 19) είναι βέβαιο ότι γνώριζε ήδη πως η ανθρώπινη εφευρετικότητα θα άνοιγε νέους ορίζοντες προκειμένου να καταργήσει τις αποστάσεις, να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και άρα να αυξήσει την διεισδυτικότητα του Θείου Λόγου.
Σήμερα μπροστά στην πραγματικότητα της απίστευτης διάδοσης των νέων τεχνολογιών και κυρίως της προσβασιμότητας στο ίντερνετ από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον πλανήτη είναι προφανές ότι η έννοια του ευαγγελισμού δηλαδή της διάδοσης του Λόγου του Θεού στα μήκη και τα πλάτη της γης αποκτά και νέες διαστάσεις και προοπτικές.
To internet αποτελεί ένα μοναδικό «εργαλείο» για την προσέγγιση ειδικά των νέων ανθρώπων, ένα συγκλονιστικό περιβάλλον στο οποίο οι νέες ιδέες και βέβαια οι πάντα επίκαιρες αξίες του Ευαγγελίου μπορούν να βρουν γόνιμο έδαφος να ανθίσουν".

ΠΡΟΣΟΧΗ. ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ο κόσμος των Αγγέλων (Αρχιμανδρίτου Ιωάννου Καραμούζη)

Η Α­γί­α Γρα­φή και η Ι­ε­ρά Πα­ρά­δο­ση φι­λο­ξε­νούν πο­λυ­ά­ριθ­μες μαρ­τυ­ρί­ες σχε­τι­κά με την ύ­παρ­ξη και τη δρά­ση των αγ­γέ­λων. Με­τά α­πό τη πτώ­ση των πρω­το­πλά­στων άγ­γε­λοι φυ­λάσ­σουν το Πα­ρά­δει­σο, άγ­γε­λοι δι­δά­σκουν στον Α­δάμ τον τρό­πο καλ­λι­έρ­γειας της γης, ε­νώ άγ­γε­λοι εμ­φα­νί­ζον­ται στον Α­βρα­άμ, το Λωτ, κα­τά την έ­ξο­δο των Ισ­ρα­η­λι­τών α­πό την Αί­γυ­πτο και σε πολ­λούς α­πό τους προ­φή­τες. Στο κεί­με­νο της Και­νής Δι­α­θή­κης οι άγ­γε­λοι μνη­μο­νεύ­ον­ται σε πολ­λά χω­ρί­α, εκ των ο­ποί­ων τα εν­δει­κτι­κό­τε­ρα εί­ναι κα­τά τον Ευ­αγ­γε­λι­σμό της Θε­ο­τό­κου και καθ΄ ό­λη τη πο­ρεί­α του Ι­η­σού α­πό τη Γέν­νη­ση μέ­χρι και την Α­νά­λη­ψή του.

Δη­μι­ουρ­γί­α και σκο­πός ύ­παρ­ξης των αγ­γέ­λων
Οι άγ­γε­λοι δη­μι­ουρ­γή­θη­καν πριν α­πό τον υ­λι­κό κό­σμο, α­φού στο βι­βλί­ο της Π.Δ. «Ι­ώβ» πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ο Θε­ός να μι­λά και να ο­μο­λο­γεί ό­τι μό­λις δη­μι­ούρ­γη­σε τα ά­στρα, ό­λοι οι άγ­γε­λοι τον ύ­μνη­σαν με δο­ξο­λο­γί­ες.

Ε­νώ και ο Μέ­γας Βα­σί­λει­ος α­να­φέ­ρει ό­τι πριν τη δη­μι­ουρ­γί­α του υ­λι­κού κό­σμου υ­πήρ­χε υ­πέρ­χρο­νη και πρε­σβύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση, που εί­ναι ο κό­σμος των αγ­γέ­λων.
Ο τρό­πος με τον ο­ποί­ο δη­μι­ουρ­γή­θη­καν α­πό το Θε­ό δεν μας εί­ναι γνω­στός. Ω­στό­σο μπο­ρού­με να λά­βου­με μί­α ει­κό­να γι΄ αυ­τόν μέ­σα α­πό την δι­δα­σκα­λί­α του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Θε­ο­λό­γου, ο ο­ποί­ος λέ­γει ό­τι οι αγ­γε­λι­κές δυ­νά­μεις δη­μι­ουρ­γή­θη­καν μό­λις ο Θε­ός συ­νέ­λα­βε την ι­δέ­α της δη­μι­ουρ­γί­ας τους. Δη­λα­δή η α­πό­φα­ση του Θε­ού να δη­μι­ουρ­γή­σει τον αγ­γε­λι­κό κό­σμο, σή­μα­νε ταυ­τό­χρο­να και τη δη­μι­ουρ­γί­α του.
Ο σκο­πός της δη­μι­ουρ­γί­ας των αγ­γέ­λων δεν έ­χει να κά­νει με κά­ποι­α α­νάγ­κη του Θε­ού. Δεν εί­ναι δυ­να­τό ο υ­λι­κός ή α­κό­μη και αυ­τός ο πνευ­μα­τι­κός κό­σμος να μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει κά­τι ε­πι­πλέ­ον στη δό­ξα του Θε­ού. Ο σκο­πός της δη­μι­ουρ­γί­ας των αγ­γέ­λων φα­νε­ρώ­νε­ται α­πό τον ά­γιο Ι­ω­άν­νη τον Χρυ­σό­στο­μο, ο ο­ποί­ος λέ­γει ό­τι ο Θε­ός τους έ­δω­σε ύ­παρ­ξη και ζω­ή γι΄ αυ­τούς τους ί­διους, με κί­νη­τρο την «εκ­στα­τι­κή» του α­γά­πη και α­γα­θό­τη­τα και με σκο­πό να συμ­με­ρι­στούν ως λο­γι­κά όν­τα τη μα­κα­ρι­ό­τη­τά του. Με­τέ­χουν στη Θεί­α μα­κα­ρι­ό­τη­τα και τρέ­φον­ται με τη δια­ρκή θέ­α του προ­σώ­που του Θε­ού. Ω­στό­σο αυ­τή η συμ­με­το­χή στη θεί­α μα­κα­ρι­ό­τη­τα ω­θεί τις αγ­γε­λι­κές δυ­νά­μεις σε μί­α συ­νε­χή α­νο­δι­κή πο­ρεί­α, σε μί­α πο­ρεί­α προς τη πνευ­μα­τι­κή τε­λει­ό­τη­τα.

Φύ­ση και Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των αγ­γέ­λων
Ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Δα­μα­σκη­νός προ­σπα­θών­τας να δώ­σει έ­ναν ο­ρι­σμό πε­ρί των αγ­γέ­λων λέ­γει ό­τι εί­ναι φύ­σεις νο­ε­ρές, α­ει­κί­νη­τες, αυ­τε­ξού­σι­ες, α­σώ­μα­τες. Υ­πη­ρε­τούν το θε­ό και εί­ναι κα­τά χά­ριν α­θά­να­τες. Η φύ­ση των αγ­γέ­λων εί­ναι πνευ­μα­τι­κή. Ε­πει­δή ό­μως α­πο­λύ­τως ά­ϋ­λος και α­σώ­μα­τος νο­εί­ται μό­νο ο θε­ός, γι΄ αυ­τό το αγ­γε­λι­κό σώ­μα νο­εί­ται ως αι­θέ­ριο, πυ­ρο­ει­δές, τα­χύ­τα­το και πο­λύ λε­πτό­τε­ρο α­πό τη γνω­στή μας ύ­λη.
Οι άγ­γε­λοι ως προς τη προ­αί­ρε­ση εί­ναι ε­λεύ­θε­ροι και τρε­πτοί, έ­χον­τας δυ­να­τό­τη­τα να προ­κό­πτουν στο α­γα­θό, αλ­λά και να τρέ­πον­ται στο κα­κό. Οι νο­ε­ρές δυ­νά­μεις δι­α­θέ­τουν σύμ­φω­να με τον ά­γιο Γρη­γό­ριο Πα­λα­μά νου και λό­γο, δί­χως ό­μως «πνεύ­μα ζω­ο­ποι­ό» ε­πει­δή δεν έ­χουν σώ­μα. Γι΄ αυ­τό δεν συ­νά­γουν τη θεί­α γνώ­ση μέ­σα α­πό τις αι­σθή­σεις ή α­πό α­να­λύ­σεις λο­γι­σμών, αλ­λά μέ­νον­τας κα­θα­ροί α­πό κά­θε υ­λι­κό στοι­χεί­ο συλ­λαμ­βά­νουν τα νο­η­τά νο­ε­ρώς και α­ϋ­λως. Παρ΄ ό­λη τη κα­θα­ρό­τη­τα και α­πλό­τη­τα της αγ­γε­λι­κής φύ­σης, οι άγ­γε­λοι εί­ναι δε­κτι­κοί της κα­κί­ας. Έ­τσι μπο­ρούν να ε­πι­λέ­ξουν τη συ­νε­χή προ­α­γω­γή στην ά­νω­θεν Γνώ­ση και τη κοι­νω­νί­α της Α­γά­πης ή την άρ­νη­ση αυ­τής της Α­γα­θό­τη­τας. Α­πο­τέ­λε­σμα της ε­λευ­θε­ρί­ας τους εί­ναι και η πτώ­ση του τάγ­μα­τος του Ε­ω­σφό­ρου. Αυ­τό το αγ­γε­λι­κό τάγ­μα δεν αρ­κέ­στη­κε στη θαυ­μα­στή λαμ­πρό­τη­τά του, αρ­νή­θη­κε την ι­ε­ραρ­χη­μέ­νη πρό­ο­δο της θεί­ας γνώ­σης και θέ­λη­σε τη πλή­ρη και ά­με­ση ε­ξο­μοί­ω­σή του με το Θε­ό. Γι΄ αυ­τό το λό­γο η­θε­λη­μέ­να δό­θη­κε στη κα­κί­α, στε­ρή­θη­κε την α­λη­θι­νή ζω­ή, την ο­ποί­α μό­νο του (το τάγ­μα των δαι­μό­νων) αρ­νή­θη­κε. Κατ΄ αυ­τό τον τρό­πο έ­γι­ναν πνεύ­μα­τα νε­κρά α­φού α­πέ­βα­λαν την α­λη­θι­νή ζω­ή και δεν αι­σθά­νον­ται κό­ρο α­πό την ορ­μή τους προς τη κα­κί­α προ­σθέ­τον­τας με ά­θλιο τρό­πο δια­ρκώς κα­κί­α ε­πά­νω στην ή­δη υ­πάρ­χου­σα.
Οι άγ­γε­λοι ό­μως που δεν α­κο­λού­θη­σαν τον Ε­ω­σφό­ρο στην α­πο­στα­σί­α του, α­πέ­κτη­σαν το χά­ρι­σμα της τέ­λειας α­τρε­ψί­ας και α­κι­νη­σί­ας προς το κα­κό. Αυ­τό συ­νέ­βη με την ε­ναν­θρώ­πη­ση, τη σταυ­ρι­κή θυ­σί­α και την α­νά­στα­ση του Χρι­στού, α­φού έ­μα­θαν ό­τι ο δρό­μος που ο­δη­γεί στην ο­μοί­ω­ση με το Θε­ό δεν εί­ναι η έ­παρ­ση, αλ­λά η τα­πεί­νω­ση.
Η α­κι­νη­σί­α των αγ­γέ­λων προς το κα­κό δεν ση­μαί­νει ό­τι ε­ξα­φα­νί­ζε­ται το αυ­τε­ξού­σιό τους, αλ­λά ό­τι ε­ξα­γι­ά­ζε­ται με τη χά­ρη του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος.
Οι άγ­γε­λοι έ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες και α­νώ­τε­ρες γνω­στι­κές ι­κα­νό­τη­τες α­πό τους αν­θρώ­πους. Βέ­βαι­α δεν εί­ναι ού­τε παν­το­γνώ­στες, ού­τε παν­το­δύ­να­μοι ό­πως ο Θε­ός.
Δεν προ­γνω­ρί­ζουν τα μέλ­λον­τα, πα­ρά μό­νο αν τους τα α­πο­κα­λύ­ψει ο Θε­ός, ού­τε γνω­ρί­ζουν τι α­κρι­βώς κρύ­βε­ται στη καρ­διά κά­θε αν­θρώ­που. Δεν γνω­ρί­ζουν πό­τε θα γί­νει η συν­τέ­λεια του κό­σμου και η Δευ­τέ­ρα πα­ρου­σί­α του Χρι­στού. Η με­τα­κί­νη­σή τους γί­νε­ται τα­χύ­τα­τα, αλ­λά δεν εί­ναι παν­τα­χού πα­ρόν­τες. Κά­θε φο­ρά βρί­σκον­ται σε συγ­κε­κρι­μέ­νο τό­πο, δί­χως να γνω­ρί­ζουν το τι συμ­βαί­νει αλ­λού.
Δεν έ­χουν φύ­λο, για­τί η φύ­ση τους εί­ναι πνευ­μα­τι­κή, ε­νώ δεν χρει­ά­ζον­ται τρο­φή για να ζή­σουν, ή α­νά­παυ­ση για να ξε­κου­ρα­στούν, αλ­λά ού­τε πε­θαί­νουν και ού­τε πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται. Η α­θα­να­σί­α τους δεν πη­γά­ζει α­πό τη φύ­ση τους, αλ­λά ε­πει­δή με­τέ­χουν «κα­τά χά­ριν» στην α­γι­ό­τη­τα του Θε­ού.

Δι­ά­τα­ξη των αγ­γέ­λων
Ο α­ριθ­μός των αγ­γε­λι­κών όν­των εί­ναι α­νυ­πο­λό­γι­στος και α­προ­σμέ­τρη­τος. Ο ί­διος ο Ι­η­σούς ο­μι­λεί στη Γε­σθη­μα­νή για πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό δώ­δε­κα λε­γε­ώ­νες αγ­γέ­λων, ε­νώ ο Ευ­αγ­γε­λι­στής Ι­ω­άν­νης μαρ­τυ­ρεί ό­τι εί­δε και ά­κου­σε γύ­ρω α­πό το Θε­ϊ­κό θρό­νο χο­ρω­δί­α α­πό μυ­ριά­δες μυ­ριά­δων και χι­λιά­δες χι­λιά­δων αγ­γέ­λων.
Ό­λοι αυ­τοί οι α­να­ρίθ­μη­τοι άγ­γε­λοι εί­ναι ορ­γα­νω­μέ­νοι σε τάγ­μα­τα ή αλ­λι­ώς σε τά­ξεις. Συγ­κεν­τρώ­νον­τας τις α­να­φο­ρές σε αυ­τό το θέ­μα του Προ­φή­τη Η­σα­ϊ­α, του προ­φή­τη Ι­ε­ζε­κι­ήλ, του α­πο­στό­λου Παύ­λου, του α­γί­ου Δι­ο­νυ­σί­ου του α­ρε­ο­πα­γί­τη και του Ο­σί­ου Νι­κή­τα Στη­θά­του, μπο­ρού­με να κα­τα­λή­ξου­με στα ε­ξής:
Τα τάγ­μα­τα των αγ­γέ­λων εί­ναι εν­νέ­α, τα ο­ποί­α τα­ξι­νο­μούν­ται σε τρεις τρί­χο­ρες ι­ε­ραρ­χί­ες ή τα­ξι­αρ­χί­ες, κα­τά τον α­κό­λου­θο τρό­πο: Σε­ρα­φείμ, Χε­ρου­βείμ, Θρό­νοι - Κυ­ρι­ό­τη­τες, Δυ­νά­μεις, Ε­ξου­σί­ες - Αρ­χές, Αρ­χάγ­γε­λοι, Άγ­γε­λοι.
Ι­δί­ω­μα της πρώ­της ι­ε­ραρ­χί­ας εί­ναι η πύ­ρι­νη σο­φί­α και η γνώ­ση των ου­ρα­νί­ων, ε­νώ έρ­γο τους ο θε­ο­πρε­πής ύ­μνος του «γελ». Η δεύ­τε­ρη ι­ε­ραρ­χί­α έ­χει ως ι­δί­ω­μα τη δι­ευ­θέ­τη­ση των με­γά­λων πραγ­μά­των και την δι­ε­νέρ­γεια των θαυ­μά­των, ε­νώ έρ­γο τους εί­ναι ο τρι­σά­γιος ύ­μνος «Ά­γιος, Ά­γιος, Ά­γιος». Τέ­λος ι­δί­ω­μα της τρί­της ι­ε­ραρ­χί­ας εί­ναι να ε­κτε­λούν θεί­ες υ­πη­ρε­σί­ες και έρ­γο τους α­πο­τε­λεί ο ύ­μνος «Αλ­λη­λού­ϊ­α».
Πέ­ρα α­πό τα ο­νό­μα­τα των εν­νέ­α τά­ξε­ων, η Α­γί­α Γρα­φή μας φα­νε­ρώ­νει και τα προ­σω­πι­κά ο­νό­μα­τα ο­ρι­σμέ­νων αγ­γέ­λων. Γνω­ρί­ζου­με το Γα­βρι­ήλ, που ση­μαί­νει «ή­ρω­ας του Θε­ού», α­πό την εμ­φά­νι­σή του στο προ­φή­τη Δα­νι­ήλ, στο προ­φή­τη Ζα­χα­ρί­α και στη Θε­ο­τό­κο. Γνω­ρί­ζου­με το Μι­χα­ήλ, που ση­μαί­νει «τις ως ο Θε­ός η­μών», ε­νώ εμ­φα­νί­ζε­ται πολ­λές φο­ρές στη Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη. Ο Ρα­φα­ήλ εί­ναι ο τρί­τος άγ­γε­λος που γνω­ρί­ζου­με, το ό­νο­μά του ση­μαί­νει «ο Κύ­ριος θε­ρα­πεύ­ει» και εμ­φα­νί­ζε­ται στον Τω­βίτ με­τα­φέ­ρον­τας τις αν­θρώ­πι­νες προ­σευ­χές στο θρό­νο του Θε­ού. Τέ­λος γνω­στός α­πό την ε­βρα­ϊ­κή πα­ρά­δο­ση εί­ναι και ο Ου­ρι­ήλ.

Έρ­γο των αγ­γέ­λων
Οι άγ­γε­λοι πραγ­μα­το­ποι­ούν τρι­πλό έρ­γο. Πρώ­τα απ΄ ό­λα δο­ξο­λο­γούν α­κα­τά­παυ­στα το Θε­ό. Αυ­τή η δο­ξο­λο­γί­α δεν τους έ­χει ε­πι­βλη­θεί ως εν­το­λή, αλ­λά εί­ναι τε­λεί­ως αυ­θόρ­μη­τη, που ξε­πη­γά­ζει α­πό τους ί­διους, ό­ταν αν­τι­κρύ­ζουν το κάλ­λος του Θε­ϊ­κού προ­σώ­που και τα με­γα­λεί­α της δη­μι­ουρ­γί­ας του. Τη νύ­χτα των Χρι­στου­γέν­νων π.χ. εμ­φα­νί­σθη­κε πλή­θος στρα­τιάς ου­ρα­νί­ου που αι­νού­σε το Θε­ό για το γε­γο­νός της θεί­ας εν­σαρ­κώ­σε­ως.
Το δεύ­τε­ρο έρ­γο τους εί­ναι η δι­α­κο­νί­α στη Θεί­α Οι­κο­νο­μί­α. Νι­ώ­θουν τό­ση α­γά­πη και ευ­γνω­μο­σύ­νη προς το Πλά­στη τους και σφο­δρή ε­πι­θυ­μί­α για τη δι­κή τους πρό­ο­δο, ώ­στε να δι­α­κο­νούν τα μυ­στή­ρια της Θεί­ας Οι­κο­νο­μί­ας. Τα αγ­γε­λι­κά τάγ­μα­τα με­τα­δί­δουν ι­ε­ραρ­χι­κά το φω­τι­σμό και τη γνώ­ση το έ­να στο άλ­λο. Τις α­πο­κα­λύ­ψεις του Θε­ού τις δι­δά­σκουν οι α­νώ­τε­ρες τά­ξεις στις κα­τώ­τε­ρες και ό­ταν ε­πι­τρέ­ψει ο Θε­ός να α­πο­κα­λυ­φθεί κά­ποι­ο μυ­στή­ριο σε νου α­γί­ου αν­θρώ­που, αυ­τό θα γί­νει ι­ε­ραρ­χι­κά.
Το τρί­το έρ­γο των αγ­γε­λι­κών δυ­νά­με­ων α­φο­ρά τη σω­τη­ρί­α των αν­θρώ­πων. Με αυ­τό ε­πι­φορ­τί­σθη­καν με­τά την δη­μι­ουρ­γί­α του αν­θρώ­που και το ε­πι­τε­λούν με ι­δι­αί­τε­ρη προ­θυ­μί­α και χα­ρά, α­φού κά­θε φο­ρά που με­τα­νο­εί έ­νας άν­θρω­πος για τις α­μαρ­τί­ες του, πα­νη­γυ­ρί­ζουν και χαί­ρον­ται στον ου­ρα­νό.
Στο αρ­χαι­ό­τα­το έρ­γο «ποι­μήν» του Ερ­μά, γί­νε­ται λό­γος για τον προ­σω­πι­κό φύ­λα­κα άγ­γε­λο κά­θε αν­θρώ­που. Αυ­τός μά­λι­στα εί­ναι τρυ­φε­ρός, σε­μνός, πρά­ος, δι­δά­σκει στην αν­θρώ­πι­νη καρ­διά τη δι­και­ο­σύ­νη και το δρό­μο προς το α­γα­θό. Και άλ­λοι πα­τέ­ρες της εκ­κλη­σί­ας μας δι­δά­σκουν ό­τι α­πα­ραί­τη­τη προ­ϋ­πό­θε­ση πα­ρα­μο­νής του φύ­λα­κα αγ­γέ­λου δί­πλα στον άν­θρω­πο, εί­ναι ο ά­γιος βί­ος, δι­α­φο­ρε­τι­κά α­πο­μα­κρύ­νε­ται εξ΄ αι­τί­ας των πο­νη­ρών και α­μαρ­τω­λών έρ­γων. Ο άγ­γε­λος αυ­τός πα­ρη­γο­ρεί στις θλί­ψεις, βο­η­θά στους πό­νους, συμ­πά­σχει με τον άν­θρω­πο, τον ο­δη­γεί στη με­τά­νοι­α και τον προ­στα­τεύ­ει α­πό ο­ρα­τούς και α­ό­ρα­τους ε­χθρούς.
Ε­κτός ό­μως α­πό το φύ­λα­κα άγ­γε­λο του κά­θε αν­θρώ­που, υ­πάρ­χουν και οι φύ­λα­κες άγ­γε­λοι των ε­θνών, των πό­λε­ων και των κα­τά τό­πους εκ­κλη­σι­ών. Στη Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη στο βι­βλί­ο του Δευ­τε­ρο­νο­μί­ου ο Θε­ός δι­α­μοι­ρά­ζει τα έ­θνη και το­πο­θε­τεί τα ό­ρια των ε­θνών σύμ­φω­να με τον α­ριθ­μό των αγ­γέ­λων του. Έ­πει­τα ο ά­γιος Ι­ω­άν­νης ο Χρυ­σό­στο­μος πα­ρα­τη­ρεί ό­τι ο Θε­ός έ­χει εγ­κα­τα­στή­σει σε κά­θε πό­λη στρα­τό­πε­δα αγ­γέ­λων που α­να­χαι­τί­ζουν τις ε­πι­θέ­σεις των δαι­μό­νων. Ε­νώ τέ­λος ο ά­γιος Ιπ­πό­λυ­τος εί­ναι ι­δι­αί­τε­ρα σα­φής, ό­ταν πα­ρο­μοιά­ζει την εκ­κλη­σί­α με πλοί­ο που έ­χει ναύ­τες τους αγ­γέ­λους.

Τι­μή των αγ­γέ­λων
Η ορ­θό­δο­ξη εκ­κλη­σί­α τι­μού­σε πάν­το­τε τους αγ­γέ­λους. Η δε τι­μη­τι­κή τους προ­σκύ­νη­ση δι­α­κη­ρύ­χθη­κε ε­πί­ση­μα α­πό τη Ζ΄ οι­κου­με­νι­κή σύ­νο­δο σε αν­τι­δι­α­στο­λή προς τη λα­τρεί­α που α­φο­ρά μό­νο το πρό­σω­πο του Θε­ού.
Στον ε­βδο­μα­δια­ίο λει­τουρ­γι­κό κύ­κλο των α­κο­λου­θι­ών, η Δευ­τέ­ρα α­φι­ε­ρώ­νε­ται στις αγ­γε­λι­κές δυ­νά­μεις. Δύ­ο πα­ρα­κλη­τι­κοί κα­νό­νες α­φο­ρούν το φύ­λα­κα άγ­γε­λο και τις ε­που­ρά­νι­ες Δυ­νά­μεις.
Ο ε­τή­σιος λει­τουρ­γι­κός κύ­κλος ση­μα­το­δο­τεί­ται α­πό έ­ξι ε­ορ­τές α­φι­ε­ρω­μέ­νες στον αγ­γε­λι­κό κό­σμο, με κυ­ρί­αρ­χη ε­κεί­νη της 8ης Νο­εμ­βρί­ου, κα­τά την ο­ποί­α ε­ορ­τά­ζε­ται η σύ­να­ξη των αγ­γέ­λων υ­πό τον αρ­χάγ­γε­λο Μι­χα­ήλ ως αν­τί­στα­ση κα­τά της α­πο­στα­σί­ας του Ε­ω­σφό­ρου.
Αλ­λά η κα­τε­ξο­χήν τι­μή των αγ­γέ­λων γί­νε­ται στη Θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ε­κεί, ο λα­ός του Θε­ού στη γη και οι στρα­τι­ές του ου­ρα­νού με έ­να στό­μα, σε μί­α κοι­νή λει­τουρ­γι­κή σύ­να­ξη προ­σφέ­ρουν στο Θε­ό δο­ξο­λο­γί­α. Μα­ζί με τους ι­ε­ρείς συ­νέρ­χον­ται στο θυ­σι­α­στή­ριο και συλ­λει­τουρ­γούν τη θε­ϊ­κή α­γα­θό­τη­τα. Μα­ζί κυ­κλώ­νουν την α­γί­α Τρά­πε­ζα και τα τί­μια δώ­ρα, διά χει­ρός αγ­γέ­λου α­να­φέ­ρον­ται εις ο­σμήν ευ­ω­δί­ας πνευ­μα­τι­κής στο υ­πε­ρου­ρά­νιο και νο­ε­ρό θυ­σι­α­στή­ριο.
Ω­στό­σο, ε­κεί­νοι που τι­μούν ι­δι­αί­τε­ρα τους αγ­γέ­λους εί­ναι οι μο­να­χοί. Μέ­σα α­πό την δια­ρκή προ­σευ­χή τους, την υ­πε­ράν­θρω­πη ά­σκη­σή τους, α­γω­νί­ζον­ται να ο­μοιά­σουν στους αγ­γέ­λους και να α­να­πλη­ρώ­σουν το εκ­πε­σόν τάγ­μα των δαι­μό­νων. Γι΄ αυ­τό και η α­κο­λου­θί­α της μο­να­χι­κής κου­ράς φέ­ρει το ό­νο­μα: «Α­κο­λου­θί­α του με­γά­λου και αγ­γε­λι­κού Σχή­μα­τος».


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...