ΑΝΟΙΓΟΥΝ ΟΙ ΝΑΟΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΜΑΪΟΥ

Ύστερα από περίπου δύο μήνες θα μπορέσουμε από αυτή την Κυριακή 17/5 της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, να συμμετάσχουμε πάλι στη θεία Λειτουργία της ενορίας μας.

Όμως, ισχύουν ακόμα κάποια περιοριστικά μέτρα. Σας ενημερώνουμε λοιπόν, να γνωρίζετε:

1. Παρακαλούμε πολύ ηλικιωμένους ανθρώπους ή κάποιους από τους συνανθρώπους μας που έχουν υποκείμενα νοσήματα (πνευμονολογικά, καρδιακά κλπ.) ή κάποιους που αυτή την εποχή αντιμετωπίζουν κρυολόγημα και βήχουν, να αποφύγουν προς το παρόν να έλθουν στο Ναό.

2. Τηρώντας τις προβλεπόμενες αποστάσεις, υπάρχει μέγιστος επιτρεπόμενος αριθμός προσώπων που μπορούν να παρευρίσκονται στο Ναό. Αυτό σημαίνει ότι ίσως δεν χωρέσουν όλοι μέσα στον κυρίως Ναό και επίσης ότι δεν μπορούμε να κάτσουμε όπου θέλουμε.

3. Για να τηρηθούν τα μέτρα προστασίας, οι θέσεις είναι ήδη καθορισμένες. Ακολουθούμε λοιπόν, τις οδηγίες των Εκκλ. Επιτρόπων και των συνεργατών του Ναού (θα φέρουν διακριτικό σήμα για να τους αναγνωρίζετε) και καθόμαστε όπου μας υποδείξουν, ώστε να διευκολύνουμε την καλύτερη πρόσβαση όλων.

4. Ο Ναός μας θα ανοίξει την Κυριακή περίπου στις 6.30 το πρωί. Οι πρώτοι θα καταλάβουν θέσεις στον κυρίως Ναό. Νέες κοπέλες και κυρίες μπορούν να ανέβουν στον Γυναικονίτη ακολουθώντας κι εκεί τις οδηγίες των συνεργατών μας.

Οικογένειες μαζί με παιδιά ή κάποιοι μεγαλύτεροι άνθρωποι είναι προτιμότερο να εκκλησιαστούν στην ισόγεια αίθουσα του Ναού, όπου θα υπάρχει ζωντανή μετάδοση με εικόνα και ήχο. Προφανώς οι οικογένειες θα καταλάβουν μαζί κάποιο χώρο. Δεν θα κάτσουν μεμονωμένα.

5. Όταν γεμίσει ο κυρίως Ναός και ο Γυναικονίτης, τότε θα οδηγούμαστε στην ισόγεια αἰθουσα του Ναού, όπου πάλι θα ακολουθούμε τις σχετικές οδηγίες, όμορφα και ήσυχα. Αν γεμίσει και η ισόγεια αίθουσα, τότε αναγκαστικά θα παραμείνουμε στον προαύλιο χώρο. Θα προσπαθήσουμε να υπάρχουν θείες Λειτουργίες και μέσα στην βδομάδα, ώστε να μπορούν να εκκλησιαστούν περισσότεροι.

6. Κεράκι μπορούμε να ανάψουμε είτε πάνω στο Ναό, είτε κάτω στο Παρεκκλήσι.

7. Σε κάθε είσοδο-έξοδο υπάρχουν αντισηπτικά και μαντηλάκια που μπορείτε να χρησιμοποιείτε.

8. Την ώρα της Θείας Κοινωνίας, όσοι βρίσκονται στον κυρίως Ναό και τον Γυναικονίτη, έχουν ετοιμαστεί και επιθυμούν να μεταλάβουν, θα μετακινηθούν προσεκτικά τηρώντας τις αποστάσεις, προς τον Σολέα, την Ωραία Πύλη.

Όσοι βρίσκονται στην ισόγεια αίθουσα και θέλουν να κοινωνήσουν, δεν θα μετακινηθούν. Θα κατέβει εκεί ο ιερέας.

Όσοι βρίσκονται έξω από τον Ιερό Ναό και επιθυμούν να μεταλάβουν, θα μετακινηθούν προσεκτικά προς την ισόγεια αίθουσα από τη είσοδο της οδού Θεομήτορος.

9. Όλοι θα θέλαμε να ήταν κάπως αλλιώς τα πράγματα, και να μην χρειάζονταν όλα αυτά. Όμως οφείλουμε να προσαρμοστούμε. Και να θυμόμαστε πάντα ότι δίνουμε «εξετάσεις» αξιοπρέπειας, σεβασμού και πίστης.

10. Ζητούμε συγγνώμη και ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΟΥΜΕ ΠΟΛΥ να ακολουθήσετε πιστά τις παραπάνω οδηγίες.

ΕΚ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2018

Τρία πρόσωπα.

π. Δημητρίου Μπόκου 
Ἄ­στρα­ψα καὶ βρόν­τη­ξα, ἀλ­λὰ μό­νο μέ­σα μου. Ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ βγά­λω ἄ­χνα μπρο­στὰ στὸν πα­τέ­ρα μου! Ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τος.
-  Πέν­τε μέ­ρες εἶ­ναι πολ­λές. Δὲν ξα­να­βρί­σκον­ται εὔ­κο­λα. Ξέ­χνα το γιὰ φέ­τος. Δὲν θὰ πᾶς που­θε­νά!
Ἡ ἀ­δελ­φή μου στρά­βω­σε τὸ μοῦ­τρο της κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κὰ σὰν νὰ μοῦ ’­λε­γε:
-  Δὲν στά ’­λε­γα;
Ἔ­βρα­ζα, μὰ τί  νά ’­κα­να; Τέ­λει­ω­σα βι­α­στι­κὰ τὸ φα­γη­τό μου, ση­κώ­θη­κα, πῆ­γα στὸ δω­μά­τιό μου. Μό­λις ὅ­μως ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα πί­σω μου, ξε­σπά­θω­σα. Ἔ­σκι­σα μὲ μιὰ κλω­τσιὰ τὸ χνου­δω­τὸ ἐ­λε­φαν­τά­κι τοῦ μι­κρό­τε­ρου ἀ­δελ­φοῦ μου, χτύ­πη­σα τὴ γρο­θιά μου στὸ γρα­φεῖ­ο (ὄ­χι καὶ πο­λὺ δυ­να­τὰ - γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια - για­τὶ ποι­ὸς ἀν­τέ­χει τὸν πό­νο;), σω­ρι­ά­στη­κα πι­κρα­μέ­νος στὴν πο­λυ­θρό­να. Μοῦ ’ρ­χό­ταν νὰ κλά­ψω ἀ­π’ τὸν θυ­μό μου.
-  Μὰ δὲν ὑ­πο­φέ­ρε­ται ἄλ­λο πιά! οὔρ­λι­α­ξε ἡ ξα­ναμ­μέ­νη σκέ­ψη μου μὲς στὸ κε­φά­λι μου. Σκέ­το μαρ­τύ­ριο ἡ φε­τι­νὴ χρο­νιά. Πᾶ­νε οἱ βόλ­τες, κό­πη­κε ἡ δι­α­σκέ­δα­ση σχε­δὸν ἐν­τε­λῶς. Χά­νω τώ­ρα καὶ τὴν πεν­θή­με­ρη στὴ Ρό­δο. Αὐ­τὸ θὰ πεῖ Γ΄ Λυ­κεί­ου. Δι­α­ζύ­γιο ἀ­π’ τὴ ζω­ή. Δι­ά­βα­σμα καὶ μό­νο δι­ά­βα­σμα. Μέ­ρα νύ­χτα τὸ ἴ­διο τρο­πά­ριο στὸν ἴ­διο ἦ­χο.


Ποῦ νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο! Ποὺ φλερ­τά­ρω λ.χ. τὴν και­νούρ­για Kawasaki καί, πι­στὸς στὸ ραν­τε­βού μου κά­θε μέ­ρα, περ­νά­ω νὰ τὴ δῶ στὴ βι­τρί­να τῆς ἀν­τι­προ­σω­πεί­ας. Λά­γνο τὸ βλέμ­μα μου τὴν ἀγ­κα­λιά­ζει. Μπαί­νω καμ­μιὰ φο­ρὰ καὶ μέ­σα νὰ τὴν ἀ­πο­λαύ­σω ἀ­πὸ κον­τά. Δι­πλὲς ἐ­ξα­τμί­σεις, ἀ­στρα­φτε­ρὴ φι­νέ­τσα, φου­του­ρι­στι­κὴ γραμ­μή. Ὄ­νει­ρο! Κλεί­νω τὰ μά­τια μου νὰ φαν­τα­στῶ τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ με­ταρ­σι­ώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴ μέ­θη τῆς τα­χύ­τη­τας, τὴν ἀ­συγ­κρά­τη­τη δύ­να­μη, τὴ γο­η­τεί­α τῆς οὐ­το­πί­ας. Ἀλ­λὰ ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ μι­λή­σω γιὰ τέ­τοι­α; Πό­σο ἀ­δι­κη­μέ­νος αἰ­σθά­νο­μαι!
Κοί­τα­ξα τὸ πρό­σω­πό μου στὸν κα­θρέ­φτη καὶ εἶ­δα ἕ­να βλέμ­μα ἀ­νή­συ­χο, ἀ­κό­ρε­στο, γε­μά­το βου­λι­μί­α. Ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἔ­ξω κι ἐ­γὼ δὲν θέ­λω νὰ πα­ραι­τη­θῶ ἀ­π’ αὐ­τήν. Μοῦ δί­νει πολ­λά, ἀλ­λὰ θέ­λω πε­ρισ­σό­τε­ρα. Ἐ­γὼ τὴ λα­χτα­ρῶ, κι αὐ­τὴ ὅ­λο καὶ μοῦ γυρ­νᾶ τὴν πλά­τη. Τρα­γω­δί­α δη­λα­δή, δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι;
Ξα­να­γύ­ρι­σα στὸ κα­θι­στι­κὸ ἀρ­γὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Πῆ­ρα στὸ χέ­ρι τὸ τη­λε­κον­τρόλ, ἄ­νοι­ξα τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ φλε­γό­με­νου Ἰ­ρὰκ γέ­μι­σε ἀ­σφυ­κτι­κὰ τὴν ὀ­θό­νη. Τὸ κα­νά­λι με­τέ­δι­δε τὰ τε­λευ­ταῖ­α νέ­α τοῦ πο­λέ­μου.
Οἱ εἰ­κό­νες τῆς φρί­κης δι­α­δέ­χον­ται ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη. Μιὰ καυ­τὴ κό­λα­ση βα­σι­λεύ­ει ἐ­κεῖ ποὺ ἄν­θι­ζε τὸ χα­μό­γε­λο τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἀ­νά­με­σα Τί­γρη καὶ Εὐ­φρά­τη, κα­τὰ ἀ­να­το­λάς, στὴν Ἐ­δέμ, φύ­τρω­ναν μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, φυ­τε­μέ­να ἀ­π’ τὸ χέ­ρι τοῦ Θε­οῦ, πρά­σι­να δέν­τρα φορ­τω­μέ­να μὲ καρ­πούς. Ἐ­κεῖ τώ­ρα πα­ρε­λαύ­νουν τὰ ἀ­πο­τρό­παι­α τέ­ρα­τα τῆς φο­νι­κώ­τε­ρης πο­λε­μι­κῆς μη­χα­νῆς τῶν αἰ­ώ­νων, σκορ­πών­τας τὴν κα­τα­στρο­φὴ καὶ τὸν θά­να­το. Ἀ­νοί­γον­τας τὰ ἀ­τσα­λέ­νια φτε­ρά τους τὰ ὑ­περ­φί­α­λα σμή­νη τῶν «ἀ­ε­τῶν ποὺ οὐρ­λιά­ζουν», βυ­θί­ζουν σα­δι­στι­κὰ τὰ νύ­χια τους στὴ ζων­τα­νὴ σάρ­κα ἐ­κεί­νων ποὺ ἐ­πι­λέ­χθη­καν νὰ γί­νουν πρό­βα­τα ἐ­πὶ σφα­γήν.
(«Ἀ­ε­τοὶ ποὺ οὐρ­λιά­ζουν»: ἔτσι ὀνομάζονταν τὰ σμήνη τῶν ἀ­με­ρι­κα­νι­κῶν μα­χη­τι­κῶν ποὺ βομ­βάρ­δι­ζαν τὸ Ἰ­ρὰκ τὸ 2003).
Ὅ­μως …
Ἀ­π’ ὅ­λα τὰ συγ­κλο­νι­στι­κὰ σκη­νι­κὰ τοῦ πο­λέ­μου, μιὰ εἰ­κό­να ξε­χώ­ρι­σε ἀ­πρό­σκλη­τη καὶ καρ­φώ­θη­κε στὸ μυα­λό μου.
Μέ­σα στὸν ἀ­νε­λέ­η­το κα­ται­γι­σμὸ τῶν βομ­βῶν, τὰ σύν­νε­φα τῶν κα­πνῶν, τὶς πορ­φυ­ρὲς λάμ­ψεις τῆς φω­τιᾶς, τὰ μα­κά­βρια σκέ­λε­θρα τῶν ἐ­ρει­πω­μέ­νων σπι­τι­ῶν καὶ τὰ ρη­μαγ­μέ­να κορ­μιὰ τῶν ἀ­μά­χων νε­κρῶν, ἕ­να μι­κρὸ παι­δί, ὄ­χι πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα, κλαί­ει μὲ καυ­τὰ δά­κρυ­α πά­νω στὰ δι­α­με­λι­σμέ­να σώ­μα­τα τῆς μά­νας καὶ τοῦ πα­τέ­ρα…
Τὸ πρό­σω­πό του τρα­γι­κὰ ἀλ­λοι­ω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸν τρό­μο. Τὸ γό­να­το ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴ γῆ. Τὰ μά­τια στραμ­μέ­να στὸν οὐ­ρα­νό, ποὺ ἐ­ξα­πο­λύ­ει χι­λιά­δες κε­ραυ­νούς. Τὸ χέ­ρι του ὑ­ψω­μέ­νο στὸν πνι­γε­ρὸ ἀ­έ­ρα…
Καὶ μέ­σα ἀ­π’ τὸν ἀ­νεί­πω­το στε­ναγ­μὸ τῆς τρα­γι­κῆς αὐ­τῆς φι­γού­ρας ἕ­να σι­ω­πη­λό, πλὴν ἀ­δυ­σώ­πη­το, πε­λώ­ριο «για­τί;» σκί­ζει τὴ φρί­κη τοῦ πο­λέ­μου καὶ δι­α­περ­νᾶ τοὺς ἐκ­κω­φαν­τι­κοὺς κρωγ­μοὺς τοῦ θα­νά­του.
Ἀ­μεί­λι­κτα σκί­ζον­τας τὰ πλά­τη τῶν αἰ­θέ­ρων, ἔ­φτα­σε ἡ σι­ω­πη­λὴ κραυ­γή του καὶ σ’ ἐ­μέ­να. Μὲ συγ­κλό­νι­σε πι­ό­τε­ρο κι ἀ­π’ τὶς ἐ­κρή­ξεις τοῦ πο­λέ­μου. Ντρά­πη­κα βα­θιὰ βλέ­πον­τας τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀθώου μι­κροῦ παι­διοῦ. Ἔ­νοι­ω­σα ἔ­νο­χος κι ἐ­γὼ γιὰ τὴ δυ­στυ­χί­α του. Για­τὶ βά­δι­ζα στὸν ἴ­διο δρό­μο μὲ τοὺς θύ­τες του: Τὰ ἤ­θε­λα ὅ­λα γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου!
Ὁ με­λαγ­χο­λι­κὸς ἦ­χος μιᾶς καμ­πά­νας ξε­χύ­θη­κε στὸ με­λι­χρὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ἀρ­χί­ζει ἡ Με­γά­λη Ἑ­βδο­μά­δα. Ἕ­να ἄλ­λο δρά­μα ἀ­νε­βαί­νει στὸ προ­σκή­νιο. Ἕ­να ἄλ­λο πρό­σω­πο πρω­τα­γω­νι­στεῖ. Ὁ Χρι­στός.
Μοιά­ζει μὲ τὸ πρό­σω­πο τοῦ παι­διοῦ τοῦ πο­λέ­μου. Τὰ χά­νει ὅ­λα κι αὐ­τός, ἀ­κό­μα καὶ τὴ ζω­ή του. Οἱ θύ­τες του ἐξ ἴ­σου ἀ­νε­λέ­η­τοι, ἂν ὄ­χι καὶ χει­ρό­τε­ροι, ἀ­φοῦ τολ­μοῦν τὸν πό­λε­μο ἐ­νάν­τια στὸν Θε­ό, ὄ­χι στὸν ἄν­θρω­πο.
Θύ­μα κι ὁ Χρι­στός, ἀθῶο θύμα σὰν τὸ μι­κρὸ παι­δί. Μὲ μιὰ δι­α­φο­ρά: Ἑ­κού­σιο θύ­μα. Ἀρ­νεῖ­ται νὰ πα­ρα­τά­ξει γύ­ρω του λε­γε­ῶ­νες τῶν ἀγ­γέ­λων. Δὲν τοῦ παίρ­νουν τί­πο­τε χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λει. Τὰ πα­ρα­δί­δει ὅ­λα μό­νος του. Θε­λη­μα­τι­κά. Πα­ραι­τεῖ­ται ἀ­π’ ὅ­λα σὲ μιὰ κί­νη­ση ἀ­νε­ξή­γη­της ἀ­γά­πης γιὰ ’κεί­νους, ποὺ χύ­νουν πά­νω του τὴν κό­λα­ση τοῦ μί­σους.
Ὁ Χρι­στός!
Ἕ­να πρό­σω­πο δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα.
Ἀ­π’ τὸ δι­κό μου σι­χα­μέ­νο πρό­σω­πο τῆς ἀ­πλη­στί­ας, ποὺ νέ­ους θὰ γεν­νή­σει πο­λε­μο­χα­ρεῖς θύ­τες αὔ­ριο.
Μὰ κι ἀ­π’ τὸ τρα­γι­κὸ πρό­σω­πο τοῦ μι­κροῦ παι­διοῦ, ποὺ γί­νε­ται θύ­μα τοῦ πο­λέ­μου, πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του ὅμως. Πο­τὲ δὲν γί­νε­ται καὶ γιὰ κα­νέ­ναν θύ­της ὁ Χρι­στός, μὰ οὔ­τε καὶ παί­γνιο, παρὰ τὴ θέλησή του, στὰ χέ­ρια τῶν θυ­τῶν του. Κι ἂν θυ­σι­ά­ζε­ται, τὸ κά­νει μὲ δι­κή του, ἀ­βί­α­στη, ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή, γιὰ ὅ­λους μας.
Μή­πως αὐ­τὸ εἶ­ναι τε­λι­κὰ τὸ μυ­στι­κὸ γιὰ νὰ ξα­να­βλα­στή­σουν πά­νω στὴ γῆ τὰ δέν­τρα τῆς Ἐ­δέμ;
Τρί­α πρό­σω­πα δι­α­γρά­φον­ταν μπρο­στά μου.
Ἀ­πέ­στρε­ψα μὲ ἀ­η­δί­α τὴ μα­τιά μου ἀ­π’ τὸ δι­κό μου.
Ἔ­κλα­ψα μὲ πό­νο μπρὸς στὸ πρό­σω­πο τοῦ παι­διοῦ τοῦ πο­λέ­μου.
Μὰ σκέ­φτη­κα πὼς ἔ­πρε­πε νὰ συ­ναν­τή­σω τὸ τρί­το πρό­σω­πο, τὸν Χρι­στό.
Ἔ­τσι, ὅ­ταν μιὰ δεύ­τε­ρη καμ­πά­να ξα­να­χτύ­πη­σε στὸν ἴ­διο με­λαγ­χο­λι­κὸ τό­νο, βα­θιὰ συλ­λο­γι­σμέ­νος πῆ­ρα τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι του,… τὴν Ἐκ­κλη­σί­α.
Τὸν εἶ­δα στ’ ἀ­χνο­φῶς, μ’ ἀ­κάν­θι­νο στε­φά­νι καὶ λυ­πη­μέ­νη τὴ μα­τιά, ἤ­ρε­μα ν’ ἀ­χτι­δο­βο­λά­ει τὴν ἀ­γά­πη.

Ἔ­σκυ­ψα τό­τε αὐ­θόρ­μη­τα… κι εὐ­λα­βι­κὰ προ­σκύ­νη­σα τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ἀ­γα­πᾶ νὰ θυ­σι­ά­ζε­ται,… ἀν­τὶ νὰ θυ­σιά­ζει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...