"Όταν ο Χριστός μας 2000 χρόνια πριν έλεγε στους μαθητές και Αποστόλους του να πάνε σ’ όλη τη γη και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας (Ματθ. 28, 19) είναι βέβαιο ότι γνώριζε ήδη πως η ανθρώπινη εφευρετικότητα θα άνοιγε νέους ορίζοντες προκειμένου να καταργήσει τις αποστάσεις, να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και άρα να αυξήσει την διεισδυτικότητα του Θείου Λόγου.
Σήμερα μπροστά στην πραγματικότητα της απίστευτης διάδοσης των νέων τεχνολογιών και κυρίως της προσβασιμότητας στο ίντερνετ από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον πλανήτη είναι προφανές ότι η έννοια του ευαγγελισμού δηλαδή της διάδοσης του Λόγου του Θεού στα μήκη και τα πλάτη της γης αποκτά και νέες διαστάσεις και προοπτικές.
To internet αποτελεί ένα μοναδικό «εργαλείο» για την προσέγγιση ειδικά των νέων ανθρώπων, ένα συγκλονιστικό περιβάλλον στο οποίο οι νέες ιδέες και βέβαια οι πάντα επίκαιρες αξίες του Ευαγγελίου μπορούν να βρουν γόνιμο έδαφος να ανθίσουν".

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Η ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ - π. Δημητρίου Μπόκου



«... περιζώσεται καὶ ἀνακλινεῖ αὐτοὺς καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς» (Λουκ. 12, 37).

Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ σ’ ἕ­ναν τό­πο μα­κρι­νό, ποὺ δὲν ἔ­μα­θε πο­τὲ κα­νέ­νας κα­τὰ ποῦ ἔ­πε­φτε καὶ μό­νο ἀ­κου­στὰ τὸν εἶ­χαν ἀ­κό­μα καὶ οἱ πιὸ πα­λιοί, ἔ­γι­νε ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο γε­γο­νός.

Ἡ βα­σί­λισ­σα τῆς χώ­ρας, ποὺ γιὰ πολ­λὰ χρό­νια ἦ­ταν ἄ­τε­κνη, γέν­νη­σε ἕ­να πα­νέ­μορ­φο ἀ­γο­ρά­κι. Καὶ τό­σο πο­λὺ χά­ρη­καν γι’ αὐ­τὸ ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα, ποὺ θέ­λη­σαν νὰ τὸ κά­νουν γνω­στὸ σ’ ὅ­λους τοὺς ὑ­πη­κό­ους τους καὶ νὰ τοὺς κα­λέ­σουν νὰ λά­βουν κι αὐ­τοὶ μέ­ρος στὴ με­γά­λη τους χα­ρά.

Ἔ­τσι λοι­πὸν οἱ τε­λά­λη­δες τοῦ πα­λα­τιοῦ γύ­ρι­σαν τὶς πο­λι­τεῖ­ες καὶ τὰ χω­ριὰ καὶ φώ­να­ξαν παν­τοῦ δυ­να­τά, πὼς ὁ βα­σι­λιάς τους ἀ­πέ­κτη­σε ἐ­πι­τέ­λους τὸν μο­νά­κρι­βο δι­ά­δο­χο ποὺ πε­ρί­με­νε μιὰ ζω­ή. Καὶ πὼς θέ­λει νὰ χα­ροῦν ὅ­λοι στὴ με­γά­λη του αὐ­τὴ χα­ρὰ καί, ὅ­σοι θέ­λουν, μπο­ροῦν νὰ πᾶ­νε στὸ πα­λά­τι καὶ νὰ γι­ορ­τά­σουν μα­ζί του. Καὶ πρό­σθε­ταν, ὅ­τι ὁ βα­σι­λιὰς θὰ δε­χτεῖ καὶ τὸν πιὸ ἁ­πλὸ ἄν­θρω­πο χω­ρὶς ἐ­ξαί­ρε­ση, θὰ ἀ­φή­σει κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα στὴν ἄ­κρη καὶ θὰ γι­ορ­τά­σει τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς σὰν κοι­νὸς θνη­τὸς ἀ­νά­με­σα στοὺς ὑ­πη­κό­ους του.

Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ἄ­κου­σαν ἀ­δι­ά­φο­ρα τὴν εἴ­δη­ση καί, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὶς κα­θη­με­ρι­νές τους ἔ­γνοι­ες, δὲν ἔ­δει­ξαν καμ­μιὰ συγ­κί­νη­ση.

- Τυ­χε­ρὸς ὁ βα­σι­λιάς, εἶ­παν, ἀλ­λὰ σὲ μᾶς δὲν πρό­κει­ται ν’ ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε.

Με­ρι­κοὶ στε­νο­χω­ρή­θη­καν κι­ό­λας μὲ τὸ νέ­ο, για­τὶ ἦ­ταν ἄν­θρω­ποι μὲ κα­κί­α καὶ δὲν ἤ­θε­λαν νὰ βλέ­πουν κα­νέ­ναν, καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν βα­σι­λιά τους, νὰ χαί­ρε­ται.

Ἀλ­λὰ πολ­λοὶ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι χά­ρη­καν μὲ τὸ χαρ­μό­συ­νο νέ­ο, για­τὶ ἀ­γα­ποῦ­σαν τὸν βα­σι­λιὰ καὶ τὴ βα­σί­λισ­σά τους καὶ τοὺς ἤ­θε­λαν εὐ­τυ­χι­σμέ­νους. Καὶ ἔ­τσι, ἄλ­λοι ἀ­πὸ λα­χτά­ρα νὰ δοῦν τὸ νε­ο­γέν­νη­το βρέ­φος καὶ ἄλ­λοι ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια γιὰ τὴν «πα­ρα­ξε­νιὰ» τοῦ βα­σι­λιά, νὰ γί­νει, ἔ­στω καὶ προ­σω­ρι­νά, ἕ­να μὲ τοὺς κοι­νοὺς θνη­τούς, πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι τε­λι­κὰ ἀ­πὸ τὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα καὶ ἀ­π’ ὅ­λες τὶς γω­νι­ὲς τῆς χώ­ρας ξε­κί­νη­σαν, μι­κρὲς-μι­κρὲς συν­τρο­φι­ές, γιὰ τὴ με­γά­λη πο­λι­τεί­α. Σμί­γον­τας ἡ μιὰ συν­τρο­φιὰ μὲ τὴν ἄλ­λη σχη­μά­τι­ζαν με­γά­λα κα­ρα­βά­νια, ποὺ ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς δρό­μους βά­δι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ γιὰ τὸ πα­λά­τι.

Ἕ­νας κη­που­ρὸς μὲ τὸ ἕ­να του πό­δι κου­τσὸ κι ἕ­νας τσαγ­κά­ρης, ἕ­νας βο­σκὸς μὲ τὸ ἕ­να του χέ­ρι πα­ρά­λυ­το κι ἕ­νας ρά­φτης, ἕ­νας πρα­μα­τευ­τὴς ἀ­π’ τὸ ’­να του μά­τι στρα­βὸς κι ἕ­νας ξυ­λουρ­γός, βρέ­θη­καν νὰ βα­δί­ζουν ἀν­τά­μα στὴν ἴ­δια συν­τρο­φιά.

Μα­ζί τους κου­βα­λοῦ­σαν καὶ τὰ δῶ­ρα τους γιὰ τὸν νε­ο­γέν­νη­το βα­σι­λιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι μι­κρο­σκο­πι­κὰ ὑ­πο­δή­μα­τα ἀ­πὸ μα­λα­κὸ δέρ­μα ὁ τσαγ­κά­ρης, μιὰ ζε­στὴ μω­ρου­δί­στι­κη φο­ρε­σιὰ ἀ­π’ τὸ κα­λύ­τε­ρό του ὕ­φα­σμα ὁ ρά­φτης, μιὰ σκα­λι­στὴ κού­νια ἀ­πὸ κόκ­κι­νο ξύ­λο κε­ρα­σιᾶς ὁ ξυ­λουρ­γός, δυὸ φοῦ­χτες ξε­ρα­μέ­να δα­μά­σκη­να καὶ ἀ­μύ­γδα­λα ὁ κη­που­ρὸς καὶ μιὰ ὑ­φαν­τὴ ὁ­λό­μαλ­λη φλο­κά­τη ὁ βο­σκός. Ὁ πρα­μα­τευ­τὴς ὅ­μως κου­βα­λοῦ­σε μό­νο τὴν πρα­μά­τεια του. Γέ­λα­σε κι­ό­λας ὅ­ταν εἶ­δε τὰ δῶ­ρα τῶν συν­τρό­φων του.

- Θαρ­ρεῖ­τε πὼς ἕ­νας βα­σι­λιὰς ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ τι­πο­τέ­νια πραγ­μα­τά­κια ποὺ κου­βα­λᾶ­τε; τοὺς πέ­τα­ξε εἰ­ρω­νι­κά. Καὶ πρό­σθε­σε:

- Τὸ μό­νο ποὺ σκέ­φτο­μαι ἐ­γὼ εἶ­ναι τὸ πό­σα θὰ βγά­λω ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ ντα­βαν­τού­ρι. Τό­σος κό­σμος, τέ­τοι­ο πα­νη­γύ­ρι, ἔ, δὲν μπο­ρεῖ, θὰ κερ­δί­σω ἀρ­κε­τά. Ἴ­σως καὶ νὰ κά­νω τὴν τύ­χη μου. Ποι­ὸς ὁ λό­γος ἄλ­λω­στε νὰ κά­μω τέ­τοι­ο τα­ξί­δι, ἂν εἶ­ναι νὰ μὴ βγά­λω τί­πο­τε; Καὶ σί­γου­ρα στὸ τέ­λος θὰ γλεν­τή­σω πο­λύ, για­τί κά­ποι­α φάρ­σα θὰ μᾶς ἑ­τοι­μά­ζει ὁ βα­σι­λιάς. Τί ἄλ­λο θὰ μπο­ροῦ­σε ἄ­ρα­γε νὰ ἐν­νο­εῖ, ὅ­ταν λέ­ει ὅ­τι θὰ γί­νει ἕ­να μὲ μᾶς τοὺς ἀ­χα­ΐ­ρευ­τους;

Περ­πα­τοῦ­σαν ἀ­δι­ά­κο­πα μὲ­ς ἀ­πὸ ἄ­γνω­στα μέ­ρη, ἡ μιὰ συν­τρο­φιὰ κον­τὰ στὴν ἄλ­λη, γιὰ νὰ μὴ χά­νουν τὸν δρό­μο τους. Τὰ πό­δια τους πο­νοῦ­σαν καὶ φου­σκά­λι­α­ζαν ἀ­π’ τὶς κα­κο­το­πι­ές. Ὁ χρό­νος κυ­λοῦ­σε ἀ­στα­μά­τη­τα. Οἱ μέ­ρες γί­νον­ταν βδο­μά­δες, οἱ βδο­μά­δες μῆ­νες κι αὐ­τοὶ ἀ­κό­μα τα­ξί­δευ­αν.

Τὶς νύ­χτες κοι­μόν­του­σαν στὸ ὕ­παι­θρο. Μὲ πό­ση λα­χτά­ρα πε­ρί­με­ναν τὸ βα­σί­λε­μα τοῦ ἥ­λιου, νὰ ξα­να­σά­νουν λί­γο ἀ­π’ τ’ ὁ­λο­ή­με­ρο περ­πά­τη­μα! Ἀ­να­βαν φω­τι­ὲς σὰν ἔ­πε­φτε τὸ σού­ρου­πο καὶ μα­ζευ­όν­του­σαν τρι­γύ­ρω τους γιὰ προ­στα­σί­α ἀ­π’ τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ κρύ­ο καὶ τ’ ἀ­γρί­μια. Ἔ­φτι­α­χναν ὅ,τι πρό­χει­ρο μπο­ροῦ­σαν γιὰ φα­γη­τὸ κι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νοι κον­τὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον ἔ­πε­φταν νὰ κοι­μη­θοῦν κά­τω ἀ­π’ τ’ ἀ­στέ­ρια.

Μὰ καὶ τό­τε οἱ φί­λοι μας δὲν εὕ­ρι­σκαν ἡ­συ­χί­α. Πολ­λοὶ ὑ­πέ­φε­ραν γύ­ρω τους. Ἀ­πὸ ’­δῶ φώ­να­ζαν τὸν τσαγ­κά­ρη γιὰ τὰ χα­λα­σμέ­να πα­πού­τσια τους, ἀ­πὸ ’­κεῖ τὸν ρά­φτη γιὰ τὰ ξε­σχι­σμέ­να τους ροῦ­χα. Ἄλ­λος δὲν εἶ­χε νε­ρό, ἄλ­λος πει­νοῦ­σε. Οἱ κα­λοί μας φί­λοι μοι­ρά­ζον­ταν πρό­θυ­μα ὅ,τι τοὺς βρι­σκό­ταν μὲ ὅ­σους δὲν εἶ­χαν.

Μό­νο ὁ πρα­μα­τευ­τὴς δὲν ἔ­δι­νε τί­πο­τε. Που­λοῦ­σε ἀ­π’ τὴν πρα­μά­τεια του σὲ ὅ­σους εἶ­χαν λε­φτὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σουν. Μὰ ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­δι­ά­φο­ρος γιὰ ὅ­σους δὲν εἶ­χαν. Ἔ­βλε­πε τοὺς συν­τρό­φους του νὰ τρέ­χουν γιὰ τοὺς ἄλ­λους καὶ γε­λοῦ­σε.

- Μυα­λὸ δὲν ἔ­χε­τε κα­θό­λου, μοῦ φαί­νε­ται! τοὺς ἔ­λε­γε. Δὲν βλέ­πε­τε ποὺ ὅ­λοι σᾶς ἐκ­με­ταλ­λεύ­ον­ται; Ἡ ζω­ὴ χρει­ά­ζε­ται καὶ λί­γη ἐ­ξυ­πνά­δα. Συ­νε­χί­στε, κο­ρό­ι­δα μου, μὲ τὸν τρό­πο ποὺ πά­τε, καὶ στὸ τέ­λος θὰ πε­θά­νε­τε ἐ­σεῖς γιὰ νὰ ζή­σουν οἱ ἄλ­λοι.

Ἐ­πι­τέ­λους με­ρι­κοί, ποὺ κα­μώ­νον­ταν πὼς ἤ­ξε­ραν τὰ πάν­τα καὶ εἶ­χαν γί­νει αὐ­τό­κλη­τοι ὁ­δη­γοὶ τῶν κα­ρα­βα­νι­ῶν, εἶ­παν κά­πο­τε πὼς ἦ­ταν πιὰ κον­τὰ στὸ τέρ­μα τοῦ τα­ξι­διοῦ τους. Καὶ πὼς τὸ βρά­δυ ἐ­κεί­νης τῆς ἡμέ­ρας θὰ ἔ­φτα­ναν στὸν βα­σι­λιά.

Μὰ ὅ­ταν νύ­χτω­σε, μπρο­στά τους δὲν εἶ­δαν τὴ με­γά­λη πο­λι­τεί­α μὲ τὸ πα­λά­τι, πα­ρὰ μο­νά­χα ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ μὲ λί­γες ἀ­χυ­ρο­κα­λύ­βες. Ἡ νύ­χτα ἦ­ταν κρύ­α. Ἕ­νας ψυ­χρὸς ἄ­νε­μος φυ­σοῦ­σε καὶ στρί­μω­χνε ἀ­δι­ά­κο­πα στὸν οὐ­ρα­νὸ ἀ­πὸ πά­νω τους μαῦ­ρα σύν­νε­φα.

Οἱ κου­ρα­σμέ­νοι ὁ­δοι­πό­ροι ζή­τη­σαν κα­τα­φύ­γιο στὴ φι­λό­ξε­νη δι­ά­θε­ση τῶν χω­ρι­κῶν. Ἡ μι­κρή μας συν­τρο­φιὰ στρι­μώ­χτη­κε στὴν πρώ­τη ἀ­χυ­ρο­κα­λύ­βα ποὺ βρέ­θη­κε μπρο­στά τους. Προ­σπά­θη­σαν νὰ βο­λευ­τοῦν ὅ­πως-ὅ­πως στὸ θαμ­πὸ φῶς τοῦ σού­ρου­που.

Ὁ ἄν­τρας ποὺ τοὺς κά­λε­σε νὰ μποῦν, κά­θι­σε σὲ μιὰν ἄ­κρη κα­τά­χα­μα, δί­πλα στὴ γυ­ναί­κα του. Ἐ­κεί­νη κά­τι πα­σπά­τευ­ε σ’ ἕ­να μι­κρὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ ἄ­χυ­ρα, στοι­βαγ­μέ­να στὴ γω­νιά. Πό­ση ὅ­μως ἦ­ταν ἡ ἔκ­πλη­ξή τους, ὅ­ταν τὴν εἶ­δαν νὰ ση­κώ­νει ἀ­πὸ ’­κεῖ ἕ­να μω­ρὸ καὶ νὰ τὸ παίρ­νει στὴν ἀγ­κα­λιά της! Ἡ φτώ­χεια τους ἦ­ταν παν­τοῦ φα­νε­ρή. Καὶ οἱ δυό τους ἦ­ταν σχε­δὸν ρα­κέν­δυ­τοι. Τὸ μω­ρό, τυ­λιγ­μέ­νο μὲ κου­ρέ­λια κι αὐ­τό, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει για­τὶ πει­νοῦ­σε καὶ κρύ­ω­νε.

Ἡ φτω­χειὰ γυ­ναί­κα τό ’­σφι­ξε στὸ στῆ­θος της νὰ τὸ ζε­στά­νει. Τὸ πρό­σω­πό της ἦ­ταν γε­μά­το ἐγ­καρ­τέ­ρη­ση, ἐ­νῶ στὰ μά­τια της ἀν­τι­φέγ­γι­ζε ἀ­νεί­πω­τη τρυ­φε­ρό­τη­τα κα­θὼς τὸ κοί­τα­ζε.

- Κρυ­ώ­νει καὶ πει­νά­ει, εἶ­πε, μὰ δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο νὰ τοῦ δώ­σου­με. Δὲν ἔ­χω πιὰ γά­λα νὰ τὸ θη­λά­σω. Ἔ­χου­με κι ἐ­μεῖς δυὸ μέ­ρες νὰ φᾶ­με. Δὲν εἴ­χα­με σο­δειὰ φέ­τος.

Οἱ πέν­τε φί­λοι ἔ­μει­ναν κα­τά­πλη­κτοι. Ἀ­μέ­σως ὁ κη­που­ρὸς ἔ­βγα­λε τὶς τσακ­μα­κό­πε­τρες καὶ ἄ­να­ψε πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ φω­τιὰ στὴ σβη­σμέ­νη ἑ­στί­α τῆς κα­λύ­βας. Ὁ ρά­φτης ἔ­βγα­λε τὴ ζε­στὴ μω­ρου­δια­κὴ φο­ρε­σιὰ καὶ τὴν ἔ­δω­σε στὴ μη­τέ­ρα τοῦ μω­ροῦ.

- Ἴ­σως νά ’­χει δί­κιο ὁ πρα­μα­τευ­τής, σκέ­φτη­κε. Τὸ βα­σι­λό­που­λο δὲν θὰ τὴν ἔ­χει πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­νάγ­κη, ἐ­νῷ αὐ­τὸ τὸ δύ­στυ­χο θὰ πε­θά­νει ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο, ἂν δὲν τοῦ τὴ δώ­σω.

Ὁ τσαγ­κά­ρης τὸν μι­μή­θη­κε. Ἔ­βγα­λε τὰ μα­λα­κὰ ὑ­πο­δή­μα­τα ποὺ εἶ­χε γιὰ τὸν μι­κρὸ βα­σι­λιὰ καὶ τὰ φό­ρε­σε στὰ πο­δα­ρά­κια τοῦ μω­ροῦ ποὺ ἔ­τρε­μαν ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο. Ὁ ξυ­λουρ­γὸς ἔ­δω­σε τὴ σκα­λι­στὴ κού­νια καὶ ὁ βο­σκὸς τὴν ὑ­φαν­τὴ φλο­κά­τη γιὰ νὰ τὸ τυ­λί­ξουν καὶ νὰ τὸ κοι­μί­σουν. Τέ­λος ὁ κη­που­ρὸς πρό­σφε­ρε στοὺς πει­να­σμέ­νους γο­νεῖς τοὺς καρ­ποὺς ποὺ κου­βα­λοῦ­σε γιὰ δῶ­ρο στὸν βα­σι­λιά, τὸ μό­νο φα­γη­τὸ ποὺ τοὺς εἶ­χε πλέ­ον ἀ­πο­μεί­νει.

Μό­νο ὁ πρα­μα­τευ­τὴς κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη του ἀ­δι­ά­φο­ρος. Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὶς προ­μή­θει­ές του, ποὺ τὶς ἀ­γό­ρα­ζε πάν­το­τε μπό­λι­κες καὶ ἔ­φα­γε. Ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα τρι­γύ­ρω ψυ­χρὸ καὶ σκο­τει­νό.

- Πά­λι τὰ ἴ­δια μ’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀ­δι­όρ­θω­τους! μουρ­μού­ρι­σε θυ­μω­μέ­νος. Τί ξε­ρο­κέ­φα­λοι ἄν­θρω­ποι! Τί ἄλ­λο πρέ­πει νὰ δοῦν γιὰ νὰ βά­λουν μυα­λό; Ἂς κοι­τά­ξουν καὶ λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό τους. Πῶς μπο­ροῦν νὰ δί­νουν χω­ρὶς ἀν­τάλ­λαγ­μα; Αὐ­τὸ γιὰ μέ­να εἶ­ναι σκέ­τη ἀ­νο­η­σί­α. Δὲν βλέ­πουν ὅ­τι ἔ­φτα­σαν στὴν κα­τα­στρο­φή; Τί τοὺς ἀ­πο­μέ­νει πιά; Ἔ­δω­σαν ὅ,τι εἶ­χαν καὶ δὲν εἶ­χαν. Δὲν τοὺς κα­τα­λα­βαί­νω!

Τέ­λος ἔ­γει­ρε στὸ πλά­ι νὰ κοι­μη­θεῖ γρυλ­λί­ζον­τας τὰ γνω­στά του.

- Τό ’­ξε­ρα πὼς θά ’­στε πάν­το­τε κο­ρό­ι­δα. Κα­θί­στε τώ­ρα νη­στι­κοί, νὰ πε­θά­νε­τε ἐ­σεῖς γιὰ νὰ ζή­σουν οἱ ἄλ­λοι!

Μὰ οἱ σύν­τρο­φοί του δὲν τοῦ ’­δω­σαν ση­μα­σί­α. Ἄλ­λω­στε κι αὐ­τοὶ δὲν κα­τα­λά­βαι­ναν τὸν πρα­μα­τευ­τή. Ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ταν πάν­τα πῶς γι­νό­ταν νά ’­ναι τό­σο τυ­φλός. Νὰ μὴ βλέ­πει πώς, ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς, κα­ταρ­γοῦν­ται οἱ νό­μοι τῆς λο­γι­κῆς. Λει­τουρ­γοῦν οἱ νό­μοι τοῦ Θε­οῦ. Κι ἀν­τὶ νὰ ζη­μι­ώ­νε­σαι, κερ­δί­ζεις. Πάν­τα. Ψη­λα­φεῖς μὲ τὰ χέ­ρια σου τὴν εὐ­τυ­χί­α.

Μὰ τώ­ρα δὲν εἶ­χαν και­ρὸ ν’ ἀ­σχο­λη­θοῦν μα­ζί του. Τὸ μω­ρό, ντυ­μέ­νο στὰ ζε­στά, τοὺς κοί­τα­ζε μὲ τὰ φω­τει­νά του μα­τά­κια καὶ τοὺς ἔ­στελ­νε ἕ­να τό­σο γλυ­κὸ χα­μό­γε­λο, ποὺ τοὺς γέ­μι­ζε ἔκ­στα­ση. Οἱ φτω­χοὶ γο­νεῖς κοί­τα­ζαν πό­τε τὸ μω­ρό τους καὶ πό­τε τὴ συν­τρο­φιά. Στὰ μά­τια τους ἔ­λαμ­πε ἀ­πέ­ραν­τη γλυ­κύ­τη­τα καὶ ἀ­γά­πη. Ἂν καὶ τσα­κι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση οἱ πέν­τε φί­λοι καὶ θε­ο­νή­στι­κοι, ἔνοι­ω­σαν ἐν τού­τοις στὸ ἀ­τέ­νι­σμα αὐ­τῶν τῶν μα­τι­ῶν νὰ τοὺς τυ­λί­γει κά­τι θε­ϊ­κό. Μιὰ ὑ­περ­κό­σμια ζε­στα­σιὰ καὶ εὐ­τυ­χί­α ἔ­σβη­σε ἀ­πὸ μέ­σα τους καὶ τὴν πεί­να καὶ τὴν κού­ρα­ση. Ἔ­νοι­ω­σαν πὼς κά­τι ἀ­συ­νή­θι­στο συ­νέ­βαι­νε ἐ­δῶ.

Ὁ πρα­μα­τευ­τὴς δί­πλα τους ρο­χά­λι­ζε, μὰ αὐ­τοὶ ζοῦ­σαν σ’ ἕ­να ὄ­νει­ρο. Οὔ­τε ποὺ κα­τά­λα­βαν πό­τε τοὺς πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος. Για­τὶ καὶ κοι­μι­σμέ­νοι συ­νέ­χι­σαν νὰ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Μό­νο ποὺ στὸ ὄ­νει­ρό τους τώ­ρα ἡ μι­κρὴ ἀ­χυ­ρο­κα­λύ­βα εἶ­χε γί­νει ἕ­να τε­ρά­στιο ἀ­στρα­φτε­ρὸ πα­λά­τι. Τὰ φτω­χι­κά τους δῶ­ρα εἶ­χαν κι αὐ­τὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ. Τὸ βρέ­φος βρι­σκό­ταν σ’ ἕ­να χρυ­σο­στό­λι­στο λί­κνο, ἐ­νῷ οἱ ρα­κέν­δυ­τοι γο­νεῖς του, ντυ­μέ­νοι μὲ χρυ­σο­ΰ­φαν­τα ροῦ­χα, κά­θον­ταν στὸν θρό­νο τοῦ βα­σι­λιὰ καὶ τῆς βα­σί­λισ­σας. Ὅ­λα ἄ­στρα­φταν καὶ κο­λυμ­ποῦ­σαν στὸ φῶς.

Ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα τοὺς κά­λε­σαν νὰ πλη­σιά­σουν. Καὶ ὅ­ταν οἱ πέν­τε φί­λοι ἔ­κα­ναν μὲ δι­σταγ­μὸ με­ρι­κὰ βή­μα­τα, ἐ­κεῖ­νοι κα­τέ­βη­καν ἀ­π’ τὸ θρό­νο τους, τοὺς ἀγ­κά­λι­α­σαν σφι­χτὰ καὶ τοὺς φί­λη­σαν.

Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι εἶ­δαν τό­τε πὼς κι αὐ­τοὶ εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Τὰ ροῦ­χα τους εἶ­χαν γί­νει λαμ­πε­ρά. Ὁ τσαγ­κά­ρης ἔ­νοι­ω­σε ξαφ­νι­κὰ τὸ κου­τσὸ πό­δι του νὰ ἰ­σι­ώ­νει, νὰ γί­νε­ται ἕ­να μὲ τὸ ἄλ­λο. Τὸ κορ­μί του γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­νορ­θώ­θη­κε. Καὶ ὁ βο­σκὸς εἶ­δε πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος τὸ πα­ρά­λυ­το χέ­ρι του νὰ ζων­τα­νεύ­ει. Μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ τὸ κου­νά­ει ἐ­λεύ­θε­ρα ὅ­πως καὶ τὸ ἄλ­λο. Κυ­ρι­εύ­τη­καν ἀ­πὸ φό­βο καὶ ἔκ­στα­ση.

Μὰ τὸ βλέμ­μα τοῦ βα­σι­λιὰ εἶ­χε τὴν ἴ­δια γλυ­κύ­τη­τα καὶ ἀ­γά­πη, ὅ­πως καὶ πρὶν στὴν ἀ­χυ­ρο­κα­λύ­βα. Μὲ ἥ­με­ρο χα­μό­γε­λο τοὺς εἶ­πε:

- Μᾶς δεί­ξα­τε ἀ­γά­πη λί­γο νω­ρί­τε­ρα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­στε ἄ­ξιοι νὰ μεί­νε­τε μα­ζί μας στὸ πα­λά­τι καὶ νὰ ζεῖ­τε βα­σι­λι­κά.

- Μά, βα­σι­λιά μου, τόλ­μη­σε δει­λὰ ὁ ρά­φτης, ἐ­μεῖς κά­τι φτω­χοὺς ἀν­θρώ­πους βο­η­θή­σα­με λι­γά­κι σὲ μιὰ κα­λύ­βα, ὄ­χι ἐ­σᾶς.

- Ὁ γιός μου, ἡ βα­σί­λισ­σα κι ἐ­γὼ εἴ­μα­στε οἱ φτω­χοὶ ποὺ βο­η­θή­σα­τε. Δὲν σᾶς μή­νυ­σα πὼς θὰ μὲ βρεῖ­τε ἀ­νά­με­σά σας; Σὰν ἕ­ναν ἀ­πό σᾶς; Μὲ τὴ θέ­λη­σή μου τὸ ἔ­κα­μα, γιὰ νὰ σᾶς δο­κι­μά­σω. Γιὰ νὰ δεί­ξε­τε τὸν πραγ­μα­τι­κὸ ἑ­αυ­τό σας. Καὶ νὰ σᾶς δώ­σω τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νε­τε, ἂν θέ­λε­τε, κι ἐ­σεῖς σὰν ἐ­μᾶς.

Μι­λοῦ­σε ἀ­κό­μα ὁ βα­σι­λιάς, ὅ­ταν πρό­βα­λε ἀ­πὸ μιὰν ἄ­κρη ὁ πρα­μα­τευ­τής. Μὰ σ’ αὐ­τὸν δὲν εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τί­πο­τε. Τὰ ἴ­δια πα­λι­ό­ρου­χα ποὺ φο­ροῦ­σε καὶ πρὶν κρέ­μον­ταν πά­νω του καὶ ἦ­ταν τὸ ἴ­διο στρα­βὸς ἀ­π’ τό ’­να του μά­τι ὅ­πως καὶ πρῶ­τα. Τὸ βλέμ­μα τοῦ βα­σι­λιὰ στρά­φη­κε πά­νω του αὐ­στη­ρό.

- Ὅ­μως ἐ­σύ, πρα­μα­τευ­τή, δὲν εἶ­σαι ἄ­ξιος νὰ βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ! Δὲν ἔ­χει θέ­ση στὸ πα­λά­τι μου ὅ­ποι­ος δὲν ἀ­γα­πά­ει καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει τὸ κα­λό.

- Μά, βα­σι­λιά μου, ψέλ­λι­σε σκυ­φτὸς ὁ πρα­μα­τευ­τής, ἂν ἤ­ξε­ρα πὼς εἶ­χα μπρός μου τὴ με­γα­λει­ό­τη­τά σου, θά ’­δι­να ὁ­λό­κλη­ρο τὸ βιός μου.

- Ἀ­φοῦ δὲν μπό­ρε­σες νὰ δεί­ξεις κα­λο­σύ­νη στοὺς φτω­χούς σου ἀ­δελ­φούς, οὔ­τε σὲ μέ­να θὰ τὴν ἔ­δει­χνες πο­τέ. Ἀ­πὸ ’­δῶ καὶ μπρὸς λοι­πὸν καὶ μέ­χρι νὰ κα­τα­λά­βεις τί ση­μαί­νει ν’ ἀ­γα­πᾶς, δὲν θά ’­σαι πα­ρὰ ἕ­νας φτω­χός, τα­λαί­πω­ρος ζη­τιά­νος. Αὐ­τὴ ἡ θέ­ση σοῦ ται­ριά­ζει καὶ μό­νος σου τὴ δι­ά­λε­ξες.

Σ’ ἕ­να νεῦ­μα τοῦ βα­σι­λιὰ δυὸ φρου­ροὶ ἅρ­πα­ξαν στὰ στι­βα­ρά τους μπρά­τσα τὸν πρα­μα­τευ­τὴ καὶ τὸν πέ­τα­ξαν ἀ­μέ­σως ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πύ­λη τοῦ πα­λα­τιοῦ.

Πλημ­μυ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ δέ­ος οἱ πέν­τε φί­λοι ἔ­πε­σαν νὰ προ­σκυ­νή­σουν τὸν βα­σι­λιὰ καὶ τὴ βα­σί­λισ­σα, μὰ αὐ­τοὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­σαν.

- Ὄ­χι, ἀ­γα­πη­τοί μας! εἶ­παν, κα­θὼς τοὺς ἔ­πι­α­ναν ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια καὶ τοὺς σή­κω­ναν. Ἐ­σεῖς θὰ εἶ­στε πιὰ οἱ φί­λοι μας. Θὰ τρῶ­τε πάν­τα καὶ θὰ πί­νε­τε μα­ζί μας στὸ τρα­πέ­ζι μας.

Καὶ μὲ τὰ λό­για αὐ­τὰ ἕ­να φαν­τα­στι­κὰ πλού­σιο τρα­πέ­ζι στρώ­θη­κε ἀ­μέ­σως γιὰ τὴν κα­λό­τυ­χη συν­τρο­φιά.

Μὰ πό­ση ἦ­ταν ἡ ἔκ­πλη­ξή τους, ὅ­ταν εἶ­δαν τὸν βα­σι­λιὰ καὶ τὴ βα­σί­λισ­σα νὰ ση­κώ­νον­ται καὶ νὰ τοὺς ὑ­πη­ρε­τοῦν! Μὲ πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση ὁ βα­σι­λιὰς σέρ­βι­ρε τὸ φα­γη­τὸ στὰ πιά­τα τους καὶ τοὺς πα­ρέ­στε­κε, ἐ­νῷ ἡ βα­σί­λισ­σα, γε­μά­τη ὀ­μορ­φιὰ καὶ χά­ρη, γέ­μι­ζε τὰ πο­τή­ρια τους γλυ­κὸ κρα­σί.

Μιὰ γλυ­κειὰ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ τὴ μπάν­τα τοῦ πα­λα­τιοῦ, ποὺ ὅ­μοι­ά της δὲν εἶ­χαν ξα­να­κού­σει, χά­ι­δευ­ε τὰ αὐ­τιά τους ὅ­λη τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­τρω­γαν.

Κι ἀ­φοῦ ἡ λαμ­πρὴ παν­δαι­σί­α ἔ­λα­βε τέ­λος, λε­πτο­ΰ­φαν­τα με­τα­ξω­τὰ σκε­πά­σμα­τα στρώ­θη­καν γιὰ τοὺς φί­λους μας πά­νω σὲ κρε­βά­τια ἀ­πὸ χρυ­σὸ καὶ φίλ­ντι­σι. Ἕ­νας ὕ­πνος βα­θὺς μ’ ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­τε­λεί­ω­το ὄ­νει­ρο σκέ­πα­σε τὰ βλέ­φα­ρά τους, βυ­θί­ζον­τάς τους στὴν πιὸ πρω­τό­γνω­ρη εὐ­τυ­χί­α τῆς ζω­ῆς τους...

... Στὸ ἀ­χνο­φῶς τῆς αὐ­γῆς ξύ­πνη­σε πρῶ­τος ὁ βο­σκός. Χω­ρὶς ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, γιὰ νὰ μὴ χά­σει τὴ γλυκειὰ αἴσθηση ποὺ τὸν πλημμύριζε, προ­σπά­θη­σε νὰ κα­τα­λά­βει τί γί­νε­ται. Ἀ­μέ­σως θυ­μή­θη­κε πὼς εἶ­χαν στοι­βα­χτεῖ ἀ­πο­βρα­δὶς στὴν ἀ­χυ­ρο­κα­λύ­βα.

- Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν!... Τί κρί­μα! σκέ­φτη­κε με­λαγ­χο­λι­κὸς κι ὅ­λη του ἡ δι­ά­θε­ση χά­θη­κε. Μὰ τί πε­ρί­με­νες; Ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸ πράγ­μα­τι γιὰ νά ’ναι ἀ­λη­θι­νό.

Κα­θὼς ἔ­κα­νε ὅ­μως νὰ κου­νη­θεῖ, ἀ­να­πή­δη­σε. Τὸ πα­ρά­λυ­το χέ­ρι του ἦ­ταν γε­ρό. Κα­τά­γε­ρο σὰν τὸ ἄλ­λο. Ἔ­βα­λε μιὰ φω­νὴ χα­ρᾶς. Τι­νά­χτη­καν ὅ­λοι ἐ­πά­νω. Μιὰ δεύ­τε­ρη κραυ­γὴ ἀ­κού­στη­κε. Ἀ­π’ τὸν τσα-γκά­ρη αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κα­θὼς ἀ­να­κά­λυ­πτε τὸ κου­τσό του πό­δι θε­ρα­πευ­μέ­νο.

Καὶ τό­τε εἶ­δαν ὅ­λοι γε­μά­τοι κα­τά­πλη­ξη, πὼς δὲν βρί­σκον­ταν στὴν ἀ­χυ­ρο­κα­λύ­βα ποὺ τοὺς φι­λο­ξέ­νη­σε τὸ βρά­δυ, μὰ σ’ ἕ­να πα­λά­τι.

- Ὁ πρα­μα­τευ­τής; ρώ­τη­σε κά­ποι­ος.

Κοί­τα­ξαν γύ­ρω τους. Δὲν ἦ­ταν που­θε­νά. Εἶ­χε γί­νει ἄ­φαν­τος. Τά ’­χα­σαν. Μὰ πρὶν προ­λά­βουν νὰ ποῦν ὁ­τι­δή­πο­τε, ἡ πόρ­τα ἄ­νοι­ξε. Μπρο­στά τους στέ­κον­ταν ὁ βα­σι­λιὰς καὶ ἡ βα­σί­λισ­σα, μ’ ἕ­να θε­ό­μορ­φο μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά της.

- Ναί, φί­λοι μου, ἀ­γα­πη­μέ­νοι φί­λοι μου! εἶ­πε χα­μο­γε­λα­στὸς ὁ βα­σι­λιάς. Δὲν ὀ­νει­ρεύ­ε­στε πιά! Εἶ­ναι ὅ­πως τὸ βλέ­πε­τε. Τε­λεί­ω­σε πλέ­ον κά­θε πό­νος καὶ τα­λαι­πω­ρί­α γιὰ σᾶς. Ἀ­πὸ ’­δῶ καὶ μπρὸς θά ’­μα­στε πάν­το­τε μα­ζί.

- Μὰ πῶς γί­νε­ται νὰ συμ­βαί­νει αὐ­τό; σκε­φτόν­του­σαν ἐκ­στα­τι­κοί. Τὸ ὄ­νει­ρο νά ’­ναι πραγ­μα­τι­κό­τη­τα!

Καὶ σὰ νὰ δι­ά­βα­ζε τὴ σκέ­ψη τους ἡ βα­σί­λισ­σα, μὲ τὸ γλυ­κό της πάν­τα χα­μό­γε­λο, εἶ­πε:

- Σᾶς φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νο, ἔ; Μὰ ἡ ἀ­γά­πη κά­νει θαύ­μα­τα, δὲν τό ’χε­τε ἀ­κού­σει; Ἀ­να­τρέ­πει τὰ πάν­τα, ἀ­κό­μα καὶ τοὺς νό­μους τῆς φύσης. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ κα­τα­λυ­τι­κὴ δύ­να­μη ἀ­π’ αὐ­τήν. Ζεῖ­τε καὶ σεῖς τὸ θαῦ­μα τῆς ἀ­γά­πης τώ­ρα. Καὶ θὰ τὸ ζεῖ­τε γιὰ πάν­τα!

... Καὶ ζή­σα­με ἐ­μεῖς κα­λά, μὰ ὄ­χι σὰν κι αὐ­τούς, ποὺ ἔ­ζη­σαν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­λους μας, ...σὲ κά­ποι­ον τό­πο μα­κρι­νό, ...μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό…



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...