"Όταν ο Χριστός μας 2000 χρόνια πριν έλεγε στους μαθητές και Αποστόλους του να πάνε σ’ όλη τη γη και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας (Ματθ. 28, 19) είναι βέβαιο ότι γνώριζε ήδη πως η ανθρώπινη εφευρετικότητα θα άνοιγε νέους ορίζοντες προκειμένου να καταργήσει τις αποστάσεις, να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων και άρα να αυξήσει την διεισδυτικότητα του Θείου Λόγου.
Σήμερα μπροστά στην πραγματικότητα της απίστευτης διάδοσης των νέων τεχνολογιών και κυρίως της προσβασιμότητας στο ίντερνετ από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων σ’ όλο τον πλανήτη είναι προφανές ότι η έννοια του ευαγγελισμού δηλαδή της διάδοσης του Λόγου του Θεού στα μήκη και τα πλάτη της γης αποκτά και νέες διαστάσεις και προοπτικές.
To internet αποτελεί ένα μοναδικό «εργαλείο» για την προσέγγιση ειδικά των νέων ανθρώπων, ένα συγκλονιστικό περιβάλλον στο οποίο οι νέες ιδέες και βέβαια οι πάντα επίκαιρες αξίες του Ευαγγελίου μπορούν να βρουν γόνιμο έδαφος να ανθίσουν".

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

Π Ν Ε Υ Μ Α Τ Ι Κ Ε Σ Σ Υ Μ Β Ο Υ Λ Ε Σ

Κεί­με­να για την ορ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κή ζω­ή βα­σι­σμέ­να στους
Α­σκη­τι­κούς Λό­γους του αβ­βά Ι­σα­άκ του Σύ­ρου

v  Ό­ποι­ος γνω­ρί­ζει την αρ­ρώ­στια του βρί­σκε­ται στην αρ­χή της τα­πει­νώ­σε­ως. Ο Θε­ός υ­πο­φέ­ρει ό­λες τις α­σθέ­νει­ες των αν­θρώ­πων. Δεν υ­πο­φέ­ρει ό­μως ε­κεί­νον που γογ­γύ­ζει. Αυ­τός που ευ­χα­ρι­στεί πάν­το­τε τον Θε­ό για τ΄α­γα­θά και τις ευ­ερ­γε­σί­ες που του χα­ρί­ζει, δέ­χε­ται τις ευ­λο­γί­ες του Θε­ού και στην καρ­διά του κα­τοι­κεί η χά­ρη Του.



v  Ό­ποι­ος υ­πε­ρη­φα­νεύ­ε­ται, πα­ρα­χω­ρεί ο Θε­ός και πέ­φτει στη βλα­σφη­μί­α. Ό­ποι­ος κομ­πά­ζει για τις α­ρε­τές του, πά­λι κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση Θε­ού πέ­φτει στην πορ­νεί­α. Ο ε­γω­ι­στής μπο­ρεί να πέ­σει σε πολ­λές α­κό­μη σκο­τει­νές πα­γί­δες του πο­νη­ρού.

v  Αυ­τός που δεν θυ­μά­ται και δεν σκέ­φτε­ται τον Θε­ό, κρα­τά­ει μί­σος κα­τά του πλη­σί­ον. Αν­τί­θε­τα ό­ποι­ος θυ­μά­ται τον Θε­ό, δεν μνη­σι­κα­κεί και α­γα­πά­ει κά­θε άν­θρω­πο. Ό­ποι­ος βο­η­θά­ει τον α­δι­κού­με­νο έ­χει σύμ­μα­χο τον Θε­ό. Ό­ποι­ος βο­η­θά­ει τον πλη­σί­ον, τον βο­η­θά­ει ο Θε­ός. Ό­ποι­ος κα­τη­γο­ρεί τον α­δελ­φό του, τον α­πο­στρέ­φε­ται ο Θε­ός. Ε­κεί­νος που ε­λε­εί τον α­δελ­φό του κρυ­φά, δεί­χνει φα­νε­ρά στον θε­ό τη δύ­να­μη της α­γά­πης του. Αυ­τός που κά­νει πα­ρα­τη­ρή­σεις στον α­δελ­φό του μπρο­στά στους άλ­λους, πραγ­μα­τι­κά τον ε­ξου­θε­νώ­νει και τον εμ­παί­ζει. Ό­ποι­ος εν­δι­α­φέ­ρε­ται για την ψυ­χι­κή υ­γεί­α του άλ­λου, φρον­τί­ζει πάν­το­τε να γί­νει αυ­τό με α­γά­πη. Το ί­διο κά­νει και ο Θε­ός. Δο­κι­μά­ζει τον άν­θρω­πο πάν­τα με α­γά­πη, προ­κει­μέ­νου να θε­ρα­πευ­θεί η έμ­ψυ­χη ει­κό­να Του. Για­τί δεν παι­δεύ­ει τον άν­θρω­πο για να τον εκ­δι­κη­θεί για τις α­μαρ­τί­ες του, αλ­λά για να τον γι­α­τρέ­ψει.

v  Ό­σο ο άν­θρω­πος τε­λει­ο­ποι­εί­ται στην α­ρε­τή, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζει τον Θε­ό και Τον α­κο­λου­θεί. Ό­πως ό­ταν ρί­χνει κα­νείς ξε­ρά ξύ­λα στη φω­τιά, αυ­τή δύ­σκο­λα σβή­νει, έ­τσι κι αυ­τός που α­γα­πά­ει α­λη­θι­νά τον Θε­ό, η α­γά­πη του ό­λο και αυ­ξά­νει, ό­σο προ­ο­δεύ­ει στην α­ρε­τή.

v  Ό­πως ο έμ­πο­ρος ό­ταν που­λή­σει το εμ­πό­ρευ­μά του θέ­λει να γυ­ρί­σει στο σπί­τι του, έ­τσι και ο χρι­στια­νός, ό­ταν τε­λει­ώ­σει την ερ­γα­σί­α του, θέ­λει ν΄α­σχο­λη­θεί με τον Θε­ό και την ψυ­χή του. Και ό­πως ο έμ­πο­ρος, ό­ταν βρί­σκε­ται στη θά­λασ­σα, φο­βά­ται μή­πως έρ­θει τρι­κυ­μί­α και βυ­θι­σθεί η ελ­πί­δα της ερ­γα­σί­ας του, έ­τσι και ο χρι­στια­νός, ό­σο βρί­σκε­ται στον κό­σμο αυ­τό, φο­βά­ται μή­πως έρ­θει ο χει­μώ­νας των πα­θών και χά­σει τον καρ­πό του α­γώ­να του.

v  Ό­πως ο ναύ­της ό­ταν πλέ­ει στη θά­λασ­σα βλέ­πει τη θέ­ση των α­στε­ρι­ών και α­νά­λο­γα δι­ευ­θύ­νει το πλοί­ο, έ­τσι και ο χρι­στια­νός με την προ­σευ­χή προ­χω­ρά­ει στον δρό­μο της ζω­ής του, έ­ως ό­του φτά­σει στο λι­μά­νι της αι­ω­νι­ό­τη­τος. Ε­κεί οι άν­θρω­ποι δεν τρέ­χουν και δεν εμ­πο­ρεύ­ον­ται, ό­πως στη ζω­ή αυ­τή, αλλ΄α­να­παύ­ον­ται στον πλού­το των α­ρε­τών που α­πέ­κτη­σαν με τον α­γώ­να τους ε­ναν­τί­ον της α­μαρ­τί­ας. Μα­κά­ριος ε­κεί­νος του ο­ποί­ου η πρα­μά­τεια δεν χά­θη­κε στη θά­λασ­σα του μά­ται­ου αυ­τού κό­σμου. Μα­κά­ριος ε­κεί­νος του ο­ποί­ου το πλοί­ο δεν βυ­θί­στη­κε, αλλ΄α­ξι­ώ­θη­κε να φτά­σει με χα­ρά στο α­χεί­μα­στο λι­μά­νι της αι­ω­νι­ό­τη­τος.

v  Ό­ποι­ος θέ­λει να βρει τον πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη μπαί­νει γυ­μνός στη θά­λασ­σα. Έ­τσι και ο συ­νε­τός άν­θρω­πος περ­νά απ΄τη ζω­ή αυ­τή χω­ρίς πολ­λά χρή­μα­τα και πε­ρι­ου­σί­ες, μέ­χρις ό­του βρει τον πο­λύ­τι­μο μαρ­γα­ρί­τη, που εί­ναι ο Ι­η­σούς Χρι­στός. Και ό­ταν τον βρει δεν α­γα­πά­ει τί­πο­τε άλ­λο στον κό­σμο αυ­τό.

v  Ό­πως το φί­δι σε κά­θε κίν­δυ­νο φυ­λά­ει το κε­φά­λι του, έ­τσι κι ο σο­φός χρι­στια­νός, σε κά­θε δύ­σκο­λη πε­ρί­πτω­ση, φυ­λά­ει την πί­στη του, που α­πο­τε­λεί το θε­μέ­λιο της ζω­ής του.



v  Ό­πως το δέν­τρο, αν δεν πε­τά­ξει τα πα­λιά του φύλ­λα δεν βγά­ζει νέ­α, έ­τσι κι ο άν­θρω­πος του Θε­ού δεν θα έ­χει καρ­πό πνευ­μα­τι­κό, αν δεν βγά­λει α­πό μέ­σα του τη θύ­μη­ση των κα­κι­ών και των πα­θών του.

v  Ο ά­νε­μος τρέ­φει τους καρ­πούς της γης και η πρό­νοι­α του Θε­ού τους καρ­πούς της ψυ­χής.

v  Ο σκύ­λος ό­ταν γλεί­φει τη λί­μα, μα­τώ­νει τη γλώσ­σα του, πί­νει το ί­διο του το αί­μα και χω­ρίς να το αι­σθά­νε­ται προ­ξε­νεί βλά­βη στον ε­αυ­τό του. Έ­τσι και ο υ­πε­ρή­φα­νος, αι­σθά­νε­ται για λί­γο γλυ­κύ­τη­τα, αλ­λά με­τά νι­ώ­θει τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα της ψυ­χι­κής φθο­ράς.

v  Η κο­σμι­κή δό­ξα μοιά­ζει σαν την πέ­τρα που εί­ναι σκε­πα­σμέ­νη α­πό τα νε­ρά μέ­σα στη θά­λασ­σα, κι έ­τσι δεν την βλέ­πει ο κυ­βερ­νή­της και χτυ­πά­ει πά­νω της το πλοί­ο. Η υ­πε­ρη­φά­νεια και η κε­νο­δο­ξί­α εί­ναι κρυμ­μέ­νες και αυ­τές μέ­σα στην ψυ­χή και της προ­ξε­νούν κα­κό.

v  Μη ζη­τή­σεις πο­τέ να κα­τα­λά­βεις τους λό­γους των θεί­ων μυ­στη­ρί­ων, που πε­ρι­έ­χον­ται στις Α­γί­ες Γρα­φές, χω­ρίς προ­η­γου­μέ­νως να προ­σευ­χη­θείς θερ­μά στον Θε­ό. Το κλει­δί που θα κα­τα­λά­βου­με τα θεί­α νο­ή­μα­τα εί­ναι η προ­σευ­χή.

v  Πρέ­πει να γνω­ρί­ζεις ό­τι χω­ρίς κό­πο σω­μα­τι­κό δεν πλη­σι­ά­ζε­ται ο Θε­ός. Ό­λοι οι Πα­τέ­ρες κο­πί­α­σαν πο­λύ για να κα­τοι­κή­σει μέ­σα τους το Πνεύ­μα το Ά­γιο. Μό­λις το Ά­γιο Πνεύ­μα κα­τοι­κή­σει στην ψυ­χή, ο άν­θρω­πος α­πο­κτά­ει πρα­ό­τη­τα και ει­ρή­νη, και φεύ­γει κά­θε σκέ­ψη α­κο­λα­σί­ας. Μη νο­μί­σεις ό­τι μπο­ρείς με την προ­σευ­χή να πλη­σιά­σεις τον Θε­ό, αν προ­η­γου­μέ­νως δεν κα­θα­ρί­σεις την καρ­διά σου α­πό τα πά­θη της α­τι­μί­ας που τη μο­λύ­νουν.

v  Ό­πως το λά­δι τρέ­φει το φως του λυ­χνα­ριού, έ­τσι και η ε­λε­η­μο­σύ­νη τρέ­φει την ψυ­χή. Δεν υ­πάρ­χει ω­ραι­ό­τε­ρη πρά­ξη μπρο­στά στα μά­τια του Θε­ού α­πό την α­γά­πη προς τον συ­νάν­θρω­πο. Πό­σο γλυ­κειά εί­ναι η συ­να­να­στρο­φή με πνευ­μα­τι­κούς α­δελ­φούς, αν υ­πάρ­χει η α­γά­πη! Α­γά­πη στον Θε­ό και στους α­δελ­φούς. Α­γά­πη στους α­δελ­φούς και στον Θε­ό. Αυ­τά εί­ναι δε­μέ­να μα­ζί και δεν μπο­ρείς να τα ξε­χω­ρί­σεις.

v  Αυ­τός που θέ­λει να τρυ­γή­σει χα­ρά και καρ­πό πνευ­μα­τι­κό πρέ­πει να δου­λέ­ψει στην προ­σευ­χή. Ό­πως η ψυ­χή εί­ναι α­νώ­τε­ρη α­πό το σώ­μα, έ­τσι και η προ­σευ­χή εί­ναι α­νώ­τε­ρη α­πό κά­θε άλ­λη πνευ­μα­τι­κή ερ­γα­σί­α.

v  Με­γά­λη δύ­να­μη παίρ­νει κα­νείς α­πό τις μι­κρές πνευ­μα­τι­κές α­σκή­σεις, ό­ταν γί­νον­ται τα­κτι­κά και στα­θε­ρά, ό­πως α­κρι­βώς οι στα­γό­νες του α­πα­λού νε­ρού μπο­ρούν να βα­θου­λώ­σουν τη σκλη­ρή πέ­τρα.

v  Ό­ταν νε­κρω­θούν τα πά­θη, τό­τε η ψυ­χή θερ­μαί­νε­ται α­πό τη γλυ­κύ­τη­τα της πνευ­μα­τι­κής χα­ρά, και η πα­ρου­σί­α του Θε­ού στην ψυ­χή εί­ναι έν­το­νη. Χρει­ά­ζε­ται με­γά­λος α­γώ­νας και πολ­λή υ­πο­μο­νή για να λά­βει ο άν­θρω­πος τη χά­ρη της πα­ρη­γο­ριάς α­πό τον Θε­ό. Ό­ταν ο Θε­ός μπει στην ψυ­χή του αν­θρώ­που, τό­τε τα πά­θη υ­πο­χω­ρούν.

v  Κα­τα­στρο­φή της ψυ­χής εί­ναι η αρ­γί­α και η α­πρα­ξί­α. Η χει­ρό­τε­ρη κα­κί­α εί­ναι η α­κη­δί­α. Α­κη­δί­α ση­μαί­νει να μη φρον­τί­ζου­με για τη σω­τη­ρί­α της ψυ­χής μας με την προ­σευ­χή, τη νη­στεί­α και τ΄άλ­λα α­γι­α­στι­κά μέ­σα της Εκ­κλη­σί­ας μας. Μην υ­πο­λο­γί­σεις το σώ­μα στην ά­σκη­ση της α­ρε­τής, για­τί θ΄αν­τι­δρά­σει ο­πωσ­δή­πο­τε. Ο σα­τα­νάς κά­νει το πάν, ώ­στε να μας α­πο­μα­κρύ­νει α­πό τα έρ­γα του Θε­ού.

v  Η πνευ­μα­τι­κή ερ­γα­σί­α α­παι­τεί προ­σο­χή και η­συ­χί­α της καρ­διάς. Δεν μπο­ρεί να κα­θα­ρι­σθεί κα­νείς μό­νο με τα κα­λά που κά­νει για τον άλ­λο. Πρέ­πει να δου­λέ­ψει και μέ­σα στην ψυ­χή του, για ν΄α­παλ­λα­γεί α­πό τα πά­θη της σάρ­κας και των αι­σχρών και ρυ­πα­ρών λο­γι­σμών. Για­τί εί­ναι εύ­κο­λο να κά­νει κα­νείς ε­λε­η­μο­σύ­νη, δύ­σκο­λο ό­μως να κό­ψει τα πά­θη του και τις κα­κές του συ­νή­θει­ες. Την ε­λε­η­μο­σύ­νη τη δέ­χε­ται ο Θε­ός ό­ταν συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό κα­θα­ρή καρ­διά. Δεν μπο­ρού­με να εν­δι­α­φερ­θού­με για το πρώ­το και να εγ­κα­τα­λεί­ψου­με το δεύ­τε­ρο. Αλ­λι­ώ­τι­κα ξε­πέ­φτου­με στα μά­τια του Θε­ού.

v  Στα πνευ­μα­τι­κά έρ­γα να προ­χω­ράς σι­γά-σι­γά, για­τί τα με­γά­λα και α­πό­το­μα άλ­μα­τα εί­ναι ε­πι­κίν­δυ­να. Ό­ταν η ψυ­χή γλυ­κα­θεί α­πό την πνευ­μα­τι­κή χα­ρά, αυ­τό θα την κά­νει να προ­χω­ρή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­πως συμ­βαί­νει μ΄αυ­τόν που πί­νει λί­γο κρα­σί, και α­φού του α­ρέ­σει, πί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο, έ­ως ό­του με­θύ­σει. Οι θλί­ψεις και οι στε­νο­χώ­ρι­ες αν­τι­με­τω­πί­ζον­ται με υ­πο­μο­νή και ελ­πί­δα στον Θε­ό.

v  Δεν εί­ναι εύ­κο­λο πράγ­μα να έρ­θει το Πνεύ­μα το Ά­γιο μέ­σα στην ψυ­χή μας. Πρέ­πει προ­η­γου­μέ­νως να την κα­θα­ρί­σου­με α­πό κά­θε σαρ­κι­κό μο­λυ­σμό και να γί­νει δο­χεί­ο κα­θα­ρό. Έ­τσι θα έρ­θει να κα­τοι­κή­σει ο Θε­ός. Αλ­λά δεν φτά­νει αυ­τό. Για να πά­ρου­με το θε­ϊ­κό δώ­ρο πρέ­πει να λυ­γί­σουν πολ­λές φο­ρές τα γό­να­τά μας στην προ­σευ­χή. Και η προ­σευ­χή μας θα πρέ­πει να συ­νο­δεύ­ε­ται α­πό την τα­πεί­νω­ση για να γί­νει δε­κτή α­πό τον Θε­ό.

v  Να φυ­λάς τη γλώσ­σα σου να μη λέ­ει α­πρό­σε­κτα και πε­ριτ­τά λό­για. Για­τί α­πό την πο­λυ­λο­γί­α προ­έρ­χε­ται η α­μαρ­τί­α. Οι Πα­τέ­ρες της Εκ­κλη­σί­ας α­σκού­σαν πο­λύ τη σι­ω­πή, για να μπο­ρέ­σουν να πλη­σιά­σουν το Θε­ό και να ε­νω­θούν μα­ζί Του. Μό­νο ό­ταν προ­σέ­χου­με τη γλώσ­σα, εί­ναι δυ­να­τό να έρ­θει στην ψυ­χή μας η κα­τά­νυ­ξη. Ο μα­κά­ριος Ά­γιος Ι­ω­άν­νης της Κλί­μα­κος εί­πε, ό­τι το κα­θα­ρό στό­μα κα­θα­ρί­ζει και την καρ­διά. Και στην κα­θα­ρή καρ­διά κα­τοι­κεί ο Ά­γιος Θε­ός. Αν ό­μως σε νι­κή­σει η γλώσ­σα σου, πί­στε­ψέ με, δεν πρό­κει­ται να προ­κό­ψεις πο­τέ στην α­ρε­τή και η ψυ­χή σου θα εί­ναι ά­δεια, σαν το στά­χυ που δεν έ­χει καρ­πό.

v  Ό­ταν θέ­λεις να συμ­βου­λέ­ψεις κά­ποι­ον στο κα­λό, πρώ­τα να του δεί­ξεις την α­γά­πη σου και με­τά με λε­πτό­τη­τα και προ­σο­χή να του κά­νεις την πα­ρα­τή­ρη­ση, προ­σέ­χον­τας να μην τον πλη­γώ­σεις. Για­τί αυ­τός θα πα­ρα­τη­ρή­σει πρώ­τα την α­γά­πη που θα του δεί­ξεις, κι ύ­στε­ρα θα προ­σέ­ξει την πα­ρα­τή­ρη­ση που θα του κά­νεις. Έ­τσι θα τον ω­φε­λή­σεις χω­ρίς να βλα­φτεί η ψυ­χή του.

v  Ό­σο ο άν­θρω­πος α­πο­τρα­βι­έ­ται α­πό τα πράγ­μα­τα του κό­σμου τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πλη­σιά­ζει τον Θε­ό.

v  Να μη λυ­πά­σαι ό­ταν συ­ναν­τάς στε­νο­χώ­ρι­ες και δυ­σκο­λί­ες στη ζω­ή σου, για­τί όλ΄αυ­τά γί­νον­ται κα­τά πα­ρα­χώ­ρη­ση Θε­ού, για την ψυ­χι­κή σου ω­φέ­λεια. Α­κό­μη ού­τε τον θά­να­το να φο­βά­σαι. Για­τί βλέ­πον­τας ο Θε­ός την υ­πο­μο­νή σου, θα σε βο­η­θή­σει να φτά­σεις στην νί­κη, ε­κεί ό­που θ΄α­πο­λαύ­σεις τα αι­ώ­νια α­γα­θά, που ε­τοί­μα­σε για κεί­νους που τον α­γα­πούν α­λη­θι­νά.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...